Δρ Γεώργιος Καρέτσος
Δασολόγος

 

Μετά τον πύρινο εφιάλτη του καλοκαιριού και τις φονικές και καταστρεπτικές πλημμύρες στη Θεσσαλία, αρχίζουμε να σκεφτόμαστε ή οφείλουμε να σκεφτόμαστε πιο ψύχραιμα. Η απώλειες τεράστιες, που ακόμη δεν έχουν καταγραφεί στις λεπτομέρειές τους. Θα περάσει καιρός, όπως γνωρίζουμε οι περισσότεροι, εφόσον ζούμε σε μια χώρα όπου το κράτος και οι δομές του έχουν συστηματικά χρεωκοπήσει. Δημιουργούνται λοιπόν σιγά σιγά τα ερωτήματα για το τι μέλει γενέσθαι και ήδη εκφράζονται κάποιες απόψεις, πολλές υπερβολικές και εξωφρενικές και κάποιες πιο ψύχραιμες και επιστημονικές. Γνωρίζουμε βέβαια ότι οι επιστημονικές απόψεις δεν εισακούονται από τους κυβερνόντες, κυρίως γιατί ο επιστημονικός λόγος δεν φτάνει στα ώτα τους ή τους είναι αδιάφορος στην έπαρσή τους και κυριαρχούν οι απόψεις των παρατρεχάμενων συμβούλων, της μόνιμης δηλαδή και ανεύθυνης κουστωδίας που ακολουθεί τους ηγέτες.

Στο πλαίσιο αυτό, με προβληματίζει κατά πόσο μια επιπλέον άποψη, έστω και τετριμμένη θα μπορούσε να συνεισφέρει στη συζήτηση που θα ακολουθήσει αναπόφευκτα και μάλιστα με την εμπειρική βεβαιότητα του παρελθόντος ότι θα μείνει στις καλένδες, όπως για παράδειγμα το πόρισμα της ανεξάρτητης Επιτροπής GOLDAMMER.

Διαχείριση μεσογειακών δασών και πρόληψη

Τα λεγόμενα μεσογειακά δάση δυστυχώς δεν τα γνωρίζουμε σήμερα. Υπάρχουν αναφορές για τη φύση τους από τη μυθολογία και την παλαιογεωγραφία, ότι η σύνθεσή τους ήταν διαφορετική κατά την αρχική δόμηση των ανθρώπινων εγκαταστάσεων και κοινωνιών. Δεν μπορεί ο σημερινός άνθρωπος να φανταστεί ότι οι πεδιάδες της Ελλάδας καλύπτονταν από εκτεταμένα δρυοδάση. Δεν μπορεί να φανταστεί ότι τα θαμνώδη σήμερα αείφυλλα πλατύφυλλα είχαν δενδρώδη μορφή. Δεν μπορεί να φανταστεί ότι η χαλέπιος και η τραχεία πεύκη που κυριαρχούν σήμερα στο μεσογειακό χώρο υπήρχαν μεν αλλά δεν ήταν κυρίαρχα. Η κυριαρχία τους επικράτησε στη συνέχεια λόγω της καταστροφής των αρχέγονων δασών, από την ίδια τη φύση των ειδών αυτών, να επικρατούν με ευκολία μετά τη φωτιά και να αναγεννιόνται με τη φωτιά. Η χαλέπιος και η τραχεία θα πρέπει να θεωρηθούν ως τα ζιζάνια κατά τη γεωπονική αντίληψη του καλλιεργούμενου αγρού. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξαφανιστούν. Είναι τα μόνα που μπορούν να εξασφαλίσουν τους δασικούς μας σχηματισμούς σε αυτόν το χώρο και να διατηρήσουν στον υπώροφό τους όλα τα πλατύφυλλα είδη που προϋπήρχαν, τη βιοποικιλότητα και να προστατέψουν το έδαφος. Εξαιρετικά ανθεκτικά στις παρατεταμένες ξηρασίες και λιτοδίαιτα, είναι οι σοφοί κατακτητές αυτού του χώρου. Τα δάση αυτά της ονομαζόμενης οικολογικής «παρακλίμακας» δεν φαίνεται πρακτικά ότι μπορούν να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους και να δώσουν την κυριαρχία στα πλατύφυλλα, εφόσον οι πυρκαγιές είναι συχνές και οι ανθρώπινες επεμβάσεις στον χώρο αυτό ιδιαίτερα έντονες και ούτε πρόκειται να υποχωρήσουν. Εξάλλου αυτά, έπαψαν να διαχειρίζονται μετά τη δεκαετία του 1960 και η μοναδική χρήση τους, η ρητινοσυλλογή, που παρέμεινε ως τις μέρες μας και θα εξαφανιστεί οριστικά, εφόσον τα περισσότερα κάηκαν και οι νέοι δεν δείχνουν προθυμία να ασχοληθούν με το επάγγελμα. Εξέλειπε βέβαια και η ζήτηση ξύλου για κατασκευές στα καρνάγια με εντονότερο πρόβλημα στο νησιωτικό χώρο. Η Δασική Υπηρεσία, πλην της προστασίας από την αλλαγή χρήσης, δεν προχώρησε εξ αντικειμένου στην εκμετάλλευση, ενώ η ίδια συρρικνώθηκε εσκεμμένα και εξαιρετικά σε προσωπικό και υποδομές. Η συσσώρευση υπερβάλλουσας βιομάζας, χαρακτηριστικό των δασών αυτών, είναι πλέον αδύνατη, κάθε παράλληλη δραστηριότητα και κυρίως της βόσκησης έπαψε οριστικά, εφόσον οι νομάδες εξαναγκάστηκαν να εξαθλιωθούν με την ισχυρή συμπίεση των τιμών των προϊόντων τους, να υποτιμηθεί η προσφορά τους και ο κοινωνικός τους ρόλος. Οι εναπομείναντες θα οδηγηθούν όπως τα ποίμνιά τους στη σφαγή, χωρίς καμία μέριμνα και θα εγκαταλείψουν βαθμιαία την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Ο ορεινός και ημιορεινός αγροτικός χώρος εγκαταλείφθηκε από τους αγρότες, οι οποίοι αστικοποιήθηκαν γρήγορα και τα δάση αυτού του χώρου κατέλαβαν περιοχές που κατείχαν στο παρελθόν. Τα δάση πλέον λαμβάνουν ενιαία μορφή, εξαφανίζεται το μωσαϊκό των καλλιεργειών και χάνονται περιοχές ανάσχεσης των πυρκαγιών, καταρρέουν οι ορεινοί οικισμοί, χάνονται οι άνθρωποι και οι φυσικοί υπερασπιστές του χώρου. Παράλληλα περιορίζεται η βιοποικιλότητα και χάνονται είδη της πανίδας και ορνιθοπανίδας. Η τραγική κατάσταση που οδηγήθηκε η χώρα δεν ανατρέπεται πλέον, τουλάχιστον με τις πολιτικές που ασκούνται εδώ και σαράντα και πλέον έτη.

Η διαχείριση των δασών αυτών είναι πλέον επιτακτική. Δεν πρέπει να μας αρκεί η διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών και οι καθαρισμοί εκατέρωθεν των δασικών δρόμων. Η υπερβάλλουσα βιομάζα πρέπει να απομακρύνεται, τα δάση να αραιώνονται και να εξασφαλίζονται. Το ζητούμενο είναι η διάθεση αυτής της βιομάζας. Τρόποι υπάρχουν και προοπτικές αλλά δυστυχώς δεν ασχολείται ουδείς σοβαρά.

Δασοπυρόσβεση

Ακολουθούμε ένα αποτυχημένο μοντέλο δασοπυρόσβεσης και αυτό αποδεικνύεται από τα καταστροφικά αποτελέσματα, παρά την ενίσχυση του πυροσβεστικού σώματος σε προσωπικό και υποδομές. Η επαναφορά της δασοπυρόσβεσης στη Δασική Υπηρεσία μάλλον φαίνεται καταστροφική, εφόσον απήλθαν από την υπηρεσία οι παλιοί γνώστες και η παράδοση χάθηκε. Η αντίληψη που επικρατεί για την περίσωση ανθρώπων και οικισμών οδηγεί στην εγκατάλειψη των δασών στην τύχη τους. Αυτό βέβαια είναι και πολιτική στόχευση, εφόσον η αντιπολιτευτική κριτική στην προηγούμενη κυβέρνηση στηρίχθηκε στην εξαιρετικά θανατηφόρα φωτιά στο Μάτι, λες και δεν θα μπορούσε να τύχει το κακό, όπως και έγινε, σε όποιον κυβερνά. Θα περιοριστώ για λόγους οικονομίας λόγου και παραπέμπω στο πόρισμα της επιτροπής GOLDAMMER. Πάντως η δασοπυρόσβεση πρέπει να διαχωριστεί ως αρμοδιότητα από την ίδια την πυροσβεστική διαχείριση και εποπτεία. Δεν εννοείται να μην ασχολούνται οι πυροσβέστες με δασικές εργασίες πρόληψης και γνώσης του χώρου που εποπτεύουν το καλοκαίρι. Επίσης δεν εννοείται να είναι η ισχυρότερη σε μέσα Πυροσβεστική Υπηρεσία στην Ευρώπη και τα αποτελέσματά της να είναι τόσο απογοητευτικά.

Για τις καμένες περιοχές

Ευτυχώς έχει γίνει βίωμα και ορθά, ότι μετά τις πυρκαγιές πρέπει να ακολουθήσουν τα αντιδιαβρωτικά έργα εκ μέρους τις Δασικής Υπηρεσίας. Έστω και υποστελεχωμένη όπως είναι γνωστό, οφείλει να επικεντρωθεί στο επιστημονικό της έργο. Οι μελέτες θα πρέπει να ολοκληρωθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα και να εγκατασταθούν τα συνεργεία των εργολάβων, εφόσον με αυτεπιστασία είναι πλέον αδύνατο. Στα έργα αυτά, θα πρέπει να γίνει η αξιοποίηση του άκαυτου ξύλου από τους κορμούς των δένδρων και να αποφευχθούν τα κλαδοπλέγματα, λόγω της έλλειψης εμπειρίας στην κατασκευή τους. Οι εργασίες πρέπει να είναι επιμελημένες κυρίως στη σωστή εφαρμογή των κορμών στο έδαφος και η αγκύρωσή τους. Η εγκατάσταση θα πρέπει να γίνει στα ευδιάβρωτα εδάφη κατά προτεραιότητα και να αποφευχθούν εδάφη πετρώδη και βραχώδη, καθώς επίσης και περιοχές με ελαφρές ή πολύ μεγάλες κλήσεις. Παράλληλα και σε συνδυασμό πρέπει να γίνουν μικρά ξύλινα φράγματα κατά μήκος των ρεμάτων και σε ικανή πυκνότητα που να περιορίζει την ταχύτητα ροής των νερών, επιτυγχάνοντας την λεγόμενη «κλίση αντισταθμίσεως», όπως ορίζει η ορεινή υδρονομία. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην ασφαλή τους αγκύρωση και την προστασία τους από την υποσκαφή. Οι εργασίες αυτές δεν είναι εύκολες και εναποτίθενται στην ευαισθησία και εμπειρία των εργολάβων, των συνεργείων και την επίβλεψη εκ μέρους των Δασαρχείων. Ας είναι λιγότερα σε μήκος αρκεί να είναι επιμελημένα. Ως εδώ δεν κομίζω «γλαύκα εις τας Αθήνας».

Το μεγάλο πρόβλημα είναι η υπερβάλλουσα βιομάζα που δεν θα χρειασθεί στις κατασκευές των κορμοσειρών και των φραγμάτων. Ένα τμήμα της θα αποδοθεί στους παραδασόβιους πληθυσμούς κατά τα επιβαλλόμενα από τη δασική νομοθεσία και πρέπει να αναζητηθούν τρόποι να διανεμηθεί και ευρύτερα, συνυπολογίζοντας κάποια οφέλη από τη διάθεση, αν είναι δυνατόν, εφόσον κατά τα συνηθισμένα η διαχείριση της βιομάζας ξεπερνά τα όρια της νομιμότητας. Η πλέον χρήσιμη ξυλεία φυσικά θα μεταφερθεί στις ξυλοβιομηχανίες, έστω και στις ελάχιστες που έχουν απομείνει και ίσως και η διάθεσή τους σε άλλες χώρες εφόσον εξετασθεί. Παρά την εγνωσμένη ανάγκη από την εμπειρία μας, απουσιάζουν από την αγορά μεγάλα μηχανήματα θρυμματισμού, πρέπει να αναζητηθούν σύντομα και να αξιοποιηθούν σχολάζοντα, ώστε μεγάλες ποσότητες να διασκορπισθούν με επιμέλεια στο καμένο έδαφος για την προστασία του και την παραμονή από τη σήψη ικανών ποσοτήτων οργανικής ουσίας. Οι απόψεις ότι αυτά τα προϊόντα θρυμματισμού είναι εύφλεκτα, στερούνται επιστημονικής προσέγγισης και πρέπει να αγνοηθούν εφόσον ο διασκορπισμός είναι καλός και δεν δημιουργούνται σωροί.

Για τη διαχείριση της νεκρής βιομάζας δεν έχουν προταθεί ακόμη κάποιες εφικτές στην εφαρμογή λύσεις, από ότι γνωρίζω και αποτελεί και μια πρόκληση και άλλων συναδέλφων ειδικότερων, ώστε να είναι συμφέρουσα η απομάκρυνση από το καμένο πεδίο. Αποτρεπτικοί παράγοντες είναι οι μεγάλες κλίσεις του αναγλύφου, η δύσκολη προσέγγιση η περιορισμένη εκμηχάνιση των εργασιών και το κόστος.

Ορεινά υδρονομικά

Βλέπω στο διαδίκτυο, με μεγάλη παρηγοριά και ελπίδα, δημοσιεύματα αξιόλογων συναδέλφων που κατάφεραν να διατηρήσουν μνήμες του παρελθόντος, για τα περίφημα σε μας τουλάχιστον, ορεινά υδρονομικά έργα της ακμαίας άλλοτε Δασικής Υπηρεσίας. Μακάρι να καταφέρουμε να αναβιώσουμε αυτού του τύπου τις δραστηριότητες, που ελάχιστα εφαρμόζονται πλέον και συνδυάζουν την πέτρα, που κατά τεκμήριο είναι άφθονη στις κοίτες των ρεμάτων και τα συνοδά φυτοκομικά έργα για τη σταθεροποίηση των πρανών.

Εκείνο που πρέπει να προβάλλουμε στην παρούσα φάση και με αφορμή τη δραματική καταστροφή του Θεσσαλικού κάμπου εκ των πλημμυρών, είναι η ολοκληρωμένη αντίληψη για την υδρονομική προστασία των λεκανών απορροής. Αυτό που κυριαρχεί είναι η ευκαιριακή αντίληψη της διαχείρισης των νερών στην πεδιάδα, με φαραωνικά έργα τεράστιου κόστους και προβληματικής αποτελεσματικότητας, όπως διαπιστώνουμε με τα τραγικά αποτελέσματα. Η συγκράτηση μεγάλων ποσοτήτων νερού στα ορεινά είναι περισσότερο αποτελεσματική και στοιχίζει λιγότερο. Δυστυχώς η εμπειρία μας χάθηκε ή χάνεται ραγδαία και η συγκυρία συνηγορεί να την αναβιώσουμε. Εδώ θα χρειαστεί και η συνδρομή του ΓΕΩΤΕΕ, που χρόνια τώρα έχει απεμπολήσει το ρόλο του, αλλά να καλέσουμε και σε συμπαράσταση τους λίγους αλλά εξαιρετικούς πετράδες, που προσπαθούν τελευταία μέσα από συλλογικότητες που υποστηρίζονται και από τον επιστημονικό κόσμο, να δημιουργήσουν μια δυναμική παρουσία στη διατήρηση της παράδοσης. Τα έργα με μπετόν δεν συνάδουν με το δασικό περιβάλλον και πρέπει αυτό να περιφρουρηθεί στο έπακρο.

Αποκατάσταση με αναδασώσεις

Η αναδασώσεις έχουν την τιμητική τους μετά από οποιαδήποτε καταστροφική πυρκαγιά. Δεν καταφέραμε να πείσουμε τις πολιτικές ηγεσίες ότι η αναδάσωση δεν είναι πανάκεια. Οι κυρίαρχες απόψεις πόρρω απέχουν από την επιστημονική άποψη. Πρέπει να είμαστε σταθεροί στην άποψη ότι δεν αναδασώνουμε περιοχές που επικρατούσαν ώριμα δάση χαλεπίου και τραχείας πεύκης, ούτε δάση αειφύλλων πλατυφύλλων. Ακόμη και διπλοκαμένα, εάν ο χρόνος της δεύτερης πυρκαγιάς δεν είναι μικρότερος των δέκα χρόνων. Εφόσον εξετάσουμε μετά τη διετία τον αριθμό των αναγεννηθέντων, ας είμαστε φειδωλοί στην αναδασωτική επέμβαση. Κατά την άποψή μου, ακόμη και δέκα δένδρα στο στρέμμα να έχουμε και σε ικανή διασπορά δεν πρέπει να αναδασώνουμε. Είναι αρκετά να εξελιχθούν σε ώριμα και αραιά δάση και να επιχειρούμε την ευνόηση των πλατυφύλλων, που ούτως ή άλλως θα αναβλαστήσουν εκ νέου και μάλιστα πολύ γρήγορα. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι η σύνθεση της χλωρίδας (προσοχή: όχι της βλάστησης) επανέρχεται πλήρως μετά τα τέσσερα με πέντε έτη. Οι αντιεπιστημονικές απόψεις για την αντικατάσταση των πεύκων με πλατύφυλλα είδη είναι ματαιοπονία και απέχει από τη φυσική διαδικασία αναγέννησης. Μικρές στον αριθμό φυτεύσεις πλατυφύλλων στα βαθύτερα εδάφη, κατά μήκος των ρεμάτων και στο κάτω μέρος των κλιτύων και σε δροσερά περιβάλλοντα, μπορούν να εφαρμοστούν και πάλι με περίσκεψη. Εάν εξασφαλιστεί στον πρώτο χρόνο κάλυψη του εδάφους με 30% από κάθε τύπου φυσική βλάστηση, αποτρέπονται σημαντικά οι διαβρώσεις.

Στην αναδάσωση εστιάζουμε μόνο σε δάση που δεν είναι εξειδικευμένα να αναγεννούνται μετά τη φωτιά, όπως μαύρης πεύκης και ελάτης. Τα δάση δρυός που κάηκαν στην περιοχή του Έβρου θα αναβλαστήσουν γρήγορα. Θα χρειασθούν βέβαια κάποιες επεμβάσεις ξηρής κλάδευσης και πιθανών αραιώσεων, αλλά αυτά τα μέτρα θα εξειδικευτούν από τα τοπικά δασαρχεία με τη συμβολή των δασικών σχολών των πανεπιστημίων και των ερευνητικών ιδρυμάτων.

Περιττό να αναφέρω, ότι για κάθε αναδασωτική προσπάθεια, πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμα δενδρύλλια, ότι τα δασικά φυτώρια λειτουργούν, ότι η κεντρική αποθήκη σπερμάτων στην Αμυγδαλέζα συγκεντρώνει, αποθηκεύει και ελέγχει τη φυτρωτικότητα των σπερμάτων, ότι παράγει και έχει διαθέσιμο υλικό για κάθε καμένη περιοχή και ότι φροντίζει για τη διατήρηση της τοπικής βιοποικιλότητας. Λίγο πολύ γνωρίζουμε την κατάντια των δασικών μας φυτωρίων. Το υλικό που παράγεται δεν πρέπει να διατίθεται σε κάθε φιλόδοξο που ισχυρίζεται ότι μπορεί να υποκαταστήσει τις επαγγελματικές αναδασώσεις με τον εθελοντισμό με το παραπλανητικό και βολικό σύνθημα «όλοι μαζί μπορούμε», χωρίς να καταδικάζω τον εθελοντισμό ως εκπαιδευτική καλλιέργεια φιλοδασικού πνεύματος.

Τέλος να αναφέρω και για τις σπορές, που τελευταία πολλοί επίδοξοι «φιλόσοφοι» θεωρούν ότι μπορούν να αντικαταστήσουν τις αναδασώσεις με σπορές και με σβώλους. Δοκιμάσαμε δις στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων σε αντίστοιχα πειράματα στην Πεντέλη και το Λαύριο και με στατιστικό σχεδιασμό τη χρήση σπόρων σε πινάκια και τους σβώλους χώματος με σπόρους αναμεμιγμένους με ψυχανθή, σε δύο τύπους εδάφους σε ασβεστόλιθο και σχιστόλιθο, σε βόρειες και νότιες εκθέσεις. Δεν επιβίωσε τίποτε και μάλιστα σε ευνοϊκές από άποψη βροχοπτώσεων χρονιές. Δεν πρέπει να μας πείθουν πλέον τέτοιες απόψεις. Να αναφέρω μόνον λόγω προσωπικής εμπιστοσύνης, ότι στο παρελθόν η Δασική Υπηρεσία δοκίμασε σπορές με πινάκια με μεγάλη επιτυχία στις αναδασώσεις μαύρης πεύκης στην περιοχή Βλαχοκερασιάς στην Πελοπόννησο. Το υψόμετρο και οι εδαφικές συνθήκες διαφορετικές (προσωπική μαρτυρία του δασοπόνου Παναγιώτη Βασιλάκου, συνταξιούχου). Τις αποτυχημένες σπορές με drone τις σχολιάσαμε εκτενώς σε άλλο άρθρο.

Κλιματική κρίση

Δεν θα σχολιάσω τη φιλολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω από αυτή την έννοια. Δεν θα σχολιάσω ότι δεν περνά κανένα πρόγραμμα για χρηματοδότηση αν δεν υπάρχει μέσα ρητή αναφορά και δράση στην κλιματική αλλαγή και την προσαρμογή. Δεν θα σχολιάσω ότι καμιά αντίθετη φωνή επιστημόνων δεν ακούγεται. Δεν θα σχολιάσω την εύκολη λύση για κάθε κακοδαιμονία που μας προκύπτει να τη ρίχνουμε στην κλιματική αλλαγή. Δεν θα σχολιάσω γιατί τα αναπτυγμένα κράτη δεν δέχονται την εγκατάσταση ανεμογεννητριών και ηλιακών στο έδαφός τους και προτιμούν να τα προμηθεύουν σε χώρες που δεν σέβονται το δικό τους περιβάλλον. Δεν θα σχολιάσω την ενέργεια που δεσμεύτηκε για την παραγωγή αυτών των μεγαθηρίων και το διοξείδιο του άνθρακα που απελευθερώθηκε στην ατμόσφαιρα, ούτε τι θα απογίνουν όταν πάψουν να λειτουργούν. Δεν θα σχολιάσω την καταστροφή των φυσικών πόρων άλλων χωρών για την εξόρυξη των σπάνιων γαιών που απαιτούνται για την κατασκευή τους. Δεν θα σχολιάσω την προσωρινή τουλάχιστον αδυναμία ανακύκλωσής των. Δεν θα σχολιάσω την αισθητική αλλοίωση της χώρας μας και τις επιπτώσεις στην ορνιθοπανίδα μας, τις τεράστιες ποσότητες μπετόν και την διάνοιξη πλατιών δρόμων και άλλων επικίνδυνων δικτύων για την εγκατάστασή τους. Δεν θα σχολιάσω την ανελέητη επίθεση στο φυσικό μας περιβάλλον, την αδυναμία διαχείρισης των απορριμμάτων και αποβλήτων γενικώς. Τέλος, δεν θα σχολιάσω την συστηματική και βαθμιαία κατάργηση των κρατικών υπηρεσιών και τη διάλυση του κράτους, την αναδιανομή αρμοδιοτήτων σε άσχετες υπηρεσίες, τη διασπάθιση δημόσιου πλούτου, την καταστρατήγηση του Συντάγματος, την απουσία οποιασδήποτε μέριμνας και ελέγχου, την καταπόντιση της παιδείας μας, την κυριαρχία των τηλεοπτικών σκουπιδιών και την αλγοριθμική χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Εν κατακλείδι η «Πόλις Εάλω».

Θα δηλώσω απλά ότι δεν είμαι οπαδός της καύσης των υδρογονανθράκων αλλά ούτε και θεωρώ ότι η κλιματική αλλαγή* (αν υπάρχει και δεν είναι αποτέλεσμα των μοντελάδων και των αμφιλεγόμενων δεδομένων τους)** οφείλεται στην καύση τους, όπως προσπαθούν να μας πείσουν. Θα αναφέρω όμως με συγκίνηση αυτά που μας έλεγε ο αείμνηστος καθηγητής της μετεωρολογίας στο ΑΠΘ Λειβαδάς, φοιτητές τότε όχι μόνο δασολόγοι αλλά και φυσικοί, μαθηματικοί και φυσιογνώστες, ότι το μεσογειακό κλίμα δεν φημίζεται για την ηπιότητά του αλλά για τις ακρότητές του και σήμερα το αποσιωπούν οι ειδήμονες πλην εξαιρέσεων. Ακόμη και περιβαλλοντικοί φορείς δεν έχουν επιχειρήματα να αντισταθούν και δημιουργείται η πεποίθηση του μονόδρομου επιλογής της (αμφι)λεγόμενης «πράσινης ενέργειας». Το πόσο φθηνή είναι το βλέπουμε στους λογαριασμούς.

Δυστυχώς είμαστε άξιοι της μοίρας μας.

———-

Ως κλιματική αλλαγή ορίζεται η ανατροπή μιας μέσης κατάστασης του επικρατούντος κλίματος για μια μεγάλη χρονική περίοδο.

**Συστηματικά και λεπτομερή δεδομένα στην ακρίβεια έχουμε μόλις τα τελευταία 50 χρόνια. Τα υπόλοιπα είναι κατ΄εκτίμηση ή ανακριβή με τα αναλογικά τότε όργανα μετρήσεων.