ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Δημήτρης Κ. Κατσούδας
(τ. γενικός γραμματέας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος)

ΓΕΝΙΚΑ
Το δασικό πρόβλημα της Ελλάδας απαρτίζεται από μια σειρά παραδοξότητες. Είναι εξαιρετικά θλιβερό να το λέει κανείς αλλά από την ελληνική δασική πολιτική απουσιάζει γενικά τόσο η κοινή λογική όσο και το όραμα. Απουσιάζει ακόμα κάτι πολύ πιο στοιχειώδες: το ενδιαφέρον! Το απλό πολιτικό ενδιαφέρον των πολιτικών αυτής της χώρας που δεν θέλουν (προσοχή: δεν λέω ότι δεν μπορούν) να καταλάβουν ακόμα και τα πλέον στοιχειώδη περί το μέγα αυτό ζήτημα της χώρας. Όταν ασχολούνται, το κάνουν υπό την πίεση της κοινής γνώμης (μετά από κάποια μεγάλη πυρκαγιά π.χ.) και όταν πιέζονται από τους ψηφοφόρους τους, άλλοτε για δίκαια και άλλοτε για παράλογα αιτήματα. Κανένα πρόβλημα δεν λύνεται και, όπως το είπα ήδη, κυριαρχούν οι παραδοξότητες. Ας δούμε τις πιο βασικές απ’ αυτές:
Παραδοξότητα πρώτη: στην Ελλάδα όποιο έδαφος δεν είναι ξεκάθαρα γεωργικό ή οικιστικό θεωρείται αυτομάτως δασικό. Η χώρα εκτείνεται σε περίπου 131 εκατομμύρια στρέμματα. Απ’ αυτά το 25% περίπου είναι δάση, ή καλώς συγκροτημένοι δασόμορφοι θαμνώνες, 20% περίπου είναι οι γεωργικές (με την έννοια των αροτραίων) εκτάσεις, 5 με 6% καταλαμβάνουν (ευτυχώς) οι δενδροκαλλιέργειες και 3,5% είναι τα εδάφη που έχουν κτισθεί. Ένα ακόμα 3 με 4% αποτελούν οι λίμνες, τα ποτάμια, τα δέλτα των ποταμών κλπ και όλο το τεράστιο υπόλοιπο είναι, κατά τον νόμο, είτε δασικές είτε χορτολιβαδικές εκτάσεις.
Χάρη στην τόσο «πετυχημένη» δασική μας πολιτική, αλλά κυρίως λόγω της ιστορίας και της νοοτροπίας της χώρας, τουλάχιστον το 30% του συνόλου της είναι πλέον ερημοποιημένο, έχει χαθεί δηλαδή, συνήθως οριστικά, το έδαφος και φεγγοβολάει υπό τον ήλιο το μητρικό πέτρωμα, η απόλυτη εδαφική γύμνια.
Παραδοξότητα δεύτερη: Ενώ, κατά τον νόμο, πάνω από το 65% της χώρας είναι δασικό (ή «δασικό») δεν υπάρχει στην ουσία, ιδίως μετά το 1998, Δασική Υπηρεσία επαρκώς ισχυρή και αλυσιτελώς οργανωμένη για να το διαχειρισθεί και να το προστατεύσει.
Παραδοξότητα τρίτη: Ενώ ξοδεύουμε εκατοντάδες δις για «εθνική άμυνα», για να μην χαθεί δηλαδή εθνικό έδαφος, ξοδεύουμε ψίχουλα για να αποτρέψουμε την ερημοποίηση της χώρας! Οι αναδασώσεις (αλλά και τα άλλα προστατευτικά έργα) είναι απειροελάχιστες και, κάθε χρόνο, παραγωγικό έδαφος κυλάει μέσα απ’ τα χέρια μας και χάνεται για πάντα στη θάλασσα. Είναι δε περιττό να υπενθυμίσω τις καταστροφές από πλημμύρες κλπ, που επιτείνονται λόγω της ανυπαρξίας δασών.
Παραδοξότητα τέταρτη: ενώ ξοδεύονται δις για καταστολή (αεροπλάνα, πυροσβεστικά αυτοκίνητα, ελικόπτερα κλπ κλπ), ξοδεύονται ελάχιστα χρήματα για την διαχείριση των δασών και για την πρόληψη των πυρκαγιών! Αλλά, όταν τα δάση δεν βρίσκονται υπό διαχείριση, δεν παίρνουμε δηλαδή (ελεγχόμενα βέβαια) απ’ αυτά ξυλεία, δεν αφαιρούμε τον υπόροφο κλπ, τότε συγκεντρώνεται τεράστια ποσότητα βιομάζας η οποία αποτελεί το πλέον πρόσφορο έδαφος για την εκδήλωση-και κυρίως για την εξάπλωση-των καταστρεπτικών πυρκαγιών. Παλιά (π.χ. γύρω στο 1960) 120.000 ρητινοσυλλέκτες αποτελούσαν τους φυσικούς φύλακες των δασών. Ελάχιστοι υπάρχουν πια.
Παραδοξότητα πέμπτη: Εδώ θα εντάξω την κατηγορία «λοιπά παράδοξα». Είναι τόσο πολλά που θα γέμιζαν αρκετές σελίδες του βιβλίου με τα Guiness Records! Παραδείγματα: α. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την ιδιοκτησία μιας έκτασης το βάρος-με εξαίρεση ορισμένες μικρές γεωγραφικές περιοχές (όπως τα Ιόνια Νησιά, όπου ισχύει το αντίστροφο)-πέφτει στον πολίτη, που πρέπει να αποδείξει το νόμιμο της κατοχής της έκτασης όχι μόνον του ιδίου αλλά και όσων προηγήθηκαν απ’ την… απελευθέρωση της Ελλάδας και μετά.

β. σε διαδικασίες όπως οι Επιτροπές που αποφασίζουν τον δασικό ή μη χαρακτήρα μιας έκτασης, ένας να μειοψηφήσει αρκούσε για να βγει απόφαση σε βάρος του πολίτη.
γ. αν κάποιος π.χ. λείψει αρκετόν χρόνο από μια περιοχή και η έκταση που κατέχει δασωθεί, τότε χάνει ουσιαστικά και την ιδιοκτησία της (μόνο δασοπονικώς μπορεί να την χρησιμοποιήσει μετά).
δ. δεν έχει προβλεφθεί (ή μάλλον πρακτικώς δύσκολα εφαρμόζεται) κάποια ανταλλαγή με έκταση άνευ δασοπονικής αξίας ώστε να μην βρεθεί ο άνθρωπος χωρίς ιδιοκτησία στην πράξη.
ΑΦΡΩΝ ΑΠΟΦΑΣΗ
Σε όλα αυτά τα παράδοξα, από το 1998 και μετά, προστέθηκαν και καινούργια: έτσι, την ευθύνη για την κατάσβεση των πυρκαγιών ανέλαβε η Πυροσβεστική Υπηρεσία (Π.Υ.) των πόλεων, παραγκωνίζοντας τη Δασική Υπηρεσία (Δ.Υ.) και τον Δασάρχη, μόνους αληθινούς διαχειριστές του φυσικού χώρου και γνώστες του αντικειμένου. Παράλληλα, με την ίδια παράφρονα απόφαση, η οποία, για την ιστορία, ελήφθη από την κυβέρνηση Σημίτη με εισηγητή τον τότε υπουργό Γεωργίας κ. Τζουμάκα, μετατάχθηκε στην Π.Υ. από τη Δασική Υπηρεσία μεγάλος αριθμός ανθρώπων και μέσων κάνοντας την τελευταία σχεδόν ανίκανη να επιτελέσει τα λοιπά σημαντικά έργα της. Ήδη από το 1998 με άρθρο μου είχα προβλέψει ότι, με τους νέους διακανονισμούς, σε χρονιές δυσμενών καιρικών συνθηκών πιθανόν να είχαμε ολοκαυτώματα. Και είχαμε: 1998, 2000, 2007, 2009. Αυτές τις χρονιές, ενώ η Π.Υ. διέθετε πολύ περισσότερα μέσα (από διπλάσια έως πενταπλάσια, ανά κατηγορία) απ’ αυτά που διέθετε η Δασική Υπηρεσία παλαιότερα, κατεστράφησαν εκτάσεις πολλαπλάσιες απ’ ό,τι π.χ. το 1993, την χειρότερη χρονιά από 75 ετών, όταν την ευθύνη είχε ακόμα η Δασική Υπηρεσία. Ορισμένα στοιχεία είναι άκρως αποκαλυπτικά της αναποτελεσματικότητας του υπό την διοίκηση της Π.Υ. συστήματος:
Το 1993 (ξηρότερη χρονιά από 75 ετών με, κατά μέσο όρο, τρείς φορές λιγότερα πυροσβεστικά μέσα) είχαμε 540.000 στρ. καμένα, εκ των οποίων 280.000 δάση και δασικές εκτάσεις.
Το 2007 είχαμε 3.500.000 στρ. καμένα, εκ των οποίων 1.600.000 δάση και δασικές εκτάσεις. Και όλα αυτά, όπως προείπα, με τριπλάσια τουλάχιστον μέσα το 2007 και με ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑ ΔΑΠΑΝΗ!
ΠΟΛΥΠΛΕΥΡΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ ΥΠΟ ΤΗΝ Π.Υ.
Πρέπει επίσης να υπογραμμίσω στο σημείο αυτό την απίστευτη ποιοτική επιδείνωση της κατάστασης από την εποχή που ανέλαβε η Π.Υ.:
α. οι πυρκαγιές επεκτείνονται ανεξέλεγκτα εντός κατοικημένων περιοχών, καίγοντας κατοικίες και καταστρέφοντας περιουσίες. Η μόνη λογική εξήγηση για αυτήν την κατάσταση είναι ότι, παλαιότερα, η Δασική Υπηρεσία ανέκοπτε την ορμή της φωτιάς εντός των δασών και αυτή είτε δεν πλησίαζε, είτε έφθανε εξασθενημένη στις κατοικημένες περιοχές.
β. καταστρέφονται τεράστια δάση της ψυχρής, ορεινής, ζώνης (κυρίως μεγάλα ε λ α τ ο δ ά σ η ή δάση μαύρης πεύκης κλπ) τα οποία εθεωρούντο «άκαφτα» υπό τη Δασική Υπηρεσία. Οι Δασικοί γνώριζαν να καταπολεμούν τις πυρκαγιές σ’ αυτά τα μέρη γρήγορα και αποτελεσματικά. Τώρα όμως Μαίναλο, Ταΰγετος, Πάρνηθα, Πιέρια, Ευβοϊκός Όλυμπος, Πάρνωνας κ.ο.κ καταστρέφονται και τεράστιες εκτάσεις ψυχρόβιων κωνοφόρων εξαφανίζονται γιατί αυτά τα δάση-σε αντίθεση με τη μεσογειακή βλάστηση των χαμηλών περιοχών-δεν παρουσιάζουν κατά κανόνα φυσική αναγέννηση.
γ. καίγονται τεράστιες εκτάσεις πευκοδασών που μόλις είχαν αναγεννηθεί. Εδώ η αμέλεια είναι εγκληματική (όπως άλλωστε και στην ορεινή, ψυχρή, ζώνη) γιατί τα νεαρά αυτά μεσογειακά πευκοδάση δεν προφταίνουν έτσι να μεγαλώσουν για να έχουν σπόρο και να δώσουν συνέχεια στο δάσος.


Αυτά τα «νέα» είδη καταστροφών, που χρήζουν μετά τεχνητής αναδάσωσης, αριθμούν ήδη-λόγω των αντίστοιχων πυρκαγιών που έγιναν κυρίως το 1998, το 2000, το 2007 και το 2009-εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα ενώ το 1992, για παράδειγμα, χρειάζονταν τεχνητή αναδάσωση μόλις 6000 στρ. διπλοκαμένων, σε εποχή που φυτεύαμε 75.000 στρ.
Όμως οι αναδασώσεις-που στις δύο τελευταίες περιπτώσεις είναι αναγκαίες (γιατί, όπως είπαμε, το δάσος δεν επιστρέφει μόνο του) είναι περίπου ανύπαρκτες μετά το 1998 και μετρώνται (επίτηδες) ανά χιλιάδες… δενδρύλλια αντί ανά χιλιάδες στρέμματα!
ΤΟ ΒΡΑΧΥΒΙΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ
Ανέφερα προηγουμένως την απίστευτη κυριολεκτικά αδιαφορία του πολιτικού κόσμου απέναντι σ’ ένα πρόβλημα που, επιτέλους, έχει καταλήξει να είναι ουσιαστικά πρόβλημα εθνικής άμυνας. Υπάρχουν φυσικά και εξαιρέσεις-όπως σ’ όλους τους κανόνες. Και η κορυφαία εξαίρεση-η μόνη σ’ αυτό το επίπεδο-ήταν ο τ. πρωθυπουργός Κων/νος Μητσοτάκης ο οποίος προχώρησε ταυτοχρόνως σε δύο μεγάλες κινήσεις που θα ήταν σίγουρα ιστορικές αν δεν τις αναιρούσαν εμπράκτως οι επόμενες κυβερνήσεις: στην ίδρυση «γενικής γραμματείας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος», όνειρο διοικητικής και ουσιαστικής αυτονόμησης εντός του υπουργείου Γεωργίας γενεών Δασικών, και στη σύσταση «Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής για τα Δάση», με στόχο να μελετηθεί και να τεθεί η δασική πολιτική, ως πολιτική κατ’ εξοχήν εθνική επί συναινετικής διακομματικής βάσεως.
Μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια είχε ήδη πραγματοποιηθεί από τη νέα γενική γραμματεία μια μικρή «επανάσταση» στα δασικά πράγματα και τέθηκαν οι βάσεις για τις μεγάλες αλλαγές του κοντινού μέλλοντος. Κινηθήκαμε παράλληλα-και σε διαρκή αλληλοενημέρωση-με τη Διακομματική Επιτροπή της Βουλής. Όταν, την άνοιξη του 1993, η τελευταία παρέδωσε και επισήμως το Πόρισμά της επιταχύνθηκε και η εφαρμογή των όσων συνιστούσε η Βουλή.

ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΕΣΘΕΝ ΕΡΓΟ
Ανακαλώ στη μνήμη, εντελώς ενδεικτικά:
Την ολοκλήρωση της πρώτης εθνικής απογραφής των δασών, έργο που «αναμενόταν» επί 150 χρόνια.
Την καταγραφή των δασικών εδαφών από τα δύο Ινστιτούτα Δασικών Ερευνών, Αθηνών και Θεσ/κης, για την ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη.
Την τεράστια αύξηση του προϋπολογισμού έργων, μέσα σε δύο μόλις χρόνια, από τα 17 στα 46 δισεκατομμύρια δραχμές.
Τον διπλασιασμό του δασικού πυροσβεστικού «στόλου».
Την ολοκλήρωση αντιπυρικών σχεδίων, με χάρτες, σαφείς οδηγίες και προτεραιότητες, σε όλα τα Δασαρχεία των πυρόπληκτων περιοχών.
Τη δημιουργία νέου επικοινωνιακού δικτύου 8 συχνοτήτων, με αναμεταδότες σε μεγάλα βουνά, που κατήργησε το «μπάχαλο» των συνακροάσεων μέσα από 2 συχνότητες και την ουσιαστική αδυναμία διοίκησης των πυρκαγιών. Όταν ανέλαβα άκουγες το Καπανδρίτι και τη Θήβα π.χ. ΜΑΖΙ και δεν ήξερες ποιος Δασάρχης διέτασσε ποιό προσωπικό και σε ποιά περιοχή! Έναν χρόνο μετά, την κωμωδία αυτή την είχαμε σταματήσει.
Την αύξηση του δασικού προσωπικού κατά 40% σχεδόν, με τη μετάταξη στη Δ.Υ. 1200 οδηγών της ΜΟΜΑ, που έτσι δεν βρέθηκαν στον δρόμο όταν καταργήθηκε η Υπηρεσία τους, τη μετεκπαίδευσή τους ως δασοφυλάκων, και την πρόσληψη δύο ολόκληρων σειρών δασοφυλάκων και αρκετών δεκάδων δασολόγων και δασοπόνων.
Την ίδρυση του περίφημου Σώματος των Αερομεταφερόμενων Δασοπυροσβεστών («δασοκομμάντος»), από πρώην καταδρομείς, με προοπτική να ενταχθούν στο υπό ίδρυση Δασικό Σώμα (ΔΑΣΩ). Το Σώμα αυτό «έκανε θαύματα» κατά τη σύντομη ζωή του.
Την εισαγωγή των ελικοπτέρων στους μηχανισμούς δασοπυρόσβεσης, όχι μόνο για «να ρίχνουν νερό» αλλά οργανικά συνδεδεμένων με τους «δασοκομμάντος».
Αλλά, πάνω απ’ όλα, την ίδρυση του ΔΑΣΩ (Δασικού Σώματος) και την ετοιμασία Π.Δ. για την ίδρυση της Δασικής Ακαδημίας, για την εκπαίδευση και διαρκή επανεκπαίδευση όλου του προσωπικού κλπ.
ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΑΣΩΝ
Μέχρι το 1993 πραγματοποιούσαμε αναδασώσεις περίπου 75.000 στρεμμάτων πανελληνίως, εκ των οποίων 6000 στρ. στην Αττική και 6000 στρ. ετησίως στο νομό Θεσ/κης.
Αλλά είχαμε ξεκινήσει εργώδη προετοιμασία για αύξηση των αναδασώσεων σε 150.000 στρ. εντός διετίας και, στη συνέχεια, για «σταθεροποίηση» στα 200.000 στρ. ετησίως (εθνικός στόχος για να άρχιζαν σταθερά να αυξάνονται και πάλι τα ελληνικά δάση). Κατά την αποχώρησή μου από την θέση του γενικού γραμματέα υπήρχαν στα φυτώρια 27 εκατομμύρια δενδρύλλια για τον σκοπό αυτό. Σημειωτέον ότι, μετά τις μεγάλες καταστροφές του 2007, στα φυτώρια βρέθηκαν μόνο λίγες δεκάδες χιλιάδων δενδρύλλια.
Οι κυβερνήσεις από το 1998 και μετά μετράνε βέβαια τις αναδασώσεις σε… δενδρύλλια, ανακοινώνοντας π.χ. ότι στον νομό Ηλείας (όπου κάηκαν 350.000 στρέμματα εκ των οποίων ουκ ολίγα χρειάζονται τεχνητή αναδάσωση ως διπλοκαμένα) φύτεψε 132.000 δενδρύλλια-ήτοι 900 στρέμματα περίπου! Σημειωτέον ότι στη γειτονική Τουρκία, όπου υπάρχει υπουργείο Δασών, φυτεύονται ετησίως πάνω από 700.000.000 (700 εκ.) δένδρα, στην Πορτογαλία 500.000 στρ. ετησίως και στην Ισπανία 3.500.000 στρ.
Οι κυβερνητικές αυτές γελοιότητες, που περιλαμβάνουν και τον νέο τρόπο μέτρησης του αριθμού των πυρκαγιών από την Π.Υ. (που τις…δεκαπλασίασε στατιστικώς) είναι ενδεικτικές της πλήρους απαξίωσης της Δασικής Υπηρεσίας και του έργου της.
Αυτό έγινε – και όλη η πρόοδος που επιτελέσαμε ως γενική γραμματεία ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ ΑΝΑΙΡΕΘΗΚΕ – από τις μετά το 1998 κυβερνήσεις, τόσο του ΠΑΣΟΚ (που οδήγησε τη Δ.Υ. σε πλήρη απαξίωση έκτοτε) όσο και της Ν.Δ. που ούτε καν επεχείρησε να αντιστρέψει την αρνητική κατάσταση που δημιουργήθηκε, παρά τα τρία αγωνιώδη-και πλήρως εμπεριστατωμένα-υπομνήματα που απέστειλα στον τότε πρωθυπουργό κ. Κ. Καραμανλή.
Τα υπομνήματα αυτά ενεχείρισα κατόπιν και στη νέα «Διακομματική Επιτροπή της Βουλής για το Περιβάλλον» όταν κατέθεσα ενώπιόν της τις απόψεις μου για το μείζον αυτό εθνικό πρόβλημα μετά τις ασύλληπτες καταστροφές του 2007. Η Επιτροπή, στο ομόφωνο Πόρισμά της, εξαίρεσε την περίοδο 1991-1993 απ’ την αρνητική συνολική περιγραφή της, αναφέροντας ρητά ότι «ασκήθηκε δασική πολιτική «με μετρήσιμα αποτελέσματα».
Την πεντακομματική αυτή ομόφωνη διαπίστωση θα θεωρώ πάντοτε ύψιστο τίτλο τιμής για το έργο που, με πνεύμα μάχης και αναγέννησης, επιτελέσαμε όλοι τότε, από τον ανώνυμο δασοφύλακα ως την διοικητική και πολιτική ηγεσία της, αλήστου πλέον μνήμης, γενικής γραμματείας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος.
ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ ΕΡΓΟ
Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να λησμονηθεί η πολυσχιδής δραστηριότητα της γ. γ. Δασών και Φ.Π. και σε άλλους σημαντικούς τομείς, όπως:
– Η ανόρθωση υποβαθμισμένων δασών σε έκταση 60.000 στρ. ετησίως. Το έργο αυτό υπερέχει, από ορισμένες πλευρές, και αυτών ακόμη των κλασσικών αναδασώσεων διότι μετατρέπει ως γνωστόν θαμνοειδή, υποβαθμισμένα, δάση (κυρίως δρυός) σε υψηλά, σε αληθινά δηλαδή δάση, κατάλληλα και για την παραγωγή βιομηχανικής ξυλείας.
– Η εισαγωγή του Κοινοτικού Κανονισμού για τις αναδασώσεις αγροτικών εκτάσεων από γεωργούς-άλλα 60.000 στρ. ετησίως.
– Η υπαγωγή των 9 εκ των 10 Εθνικών Δρυμών της Ελλάδος σε Κοινοτικά προγράμματα προστασίας και ανάδειξης (LIFE)-μέγα επίτευγμα διότι ανταγωνιστήκαμε, για να επιτύχουμε την δική μας υπαγωγή, με άνω των διακοσίων άλλων Κοινοτικών περιοχών.
– Η ετοιμασία για την υπαγωγή 50 επιπλέον περιοχών σε καθεστώς προστασίας.
– Τα προγράμματα προστασίας της αρκούδας Πίνδου (συνεργασία με WWF) και Ροδόπης (καθαρά «δικό μας» και γι’ αυτό ελάχιστα διαφημισμένο). Η προστασία άλλων μεγάλων άγριων θηλαστικών αλλά και της χλωρίδας και πανίδας γενικότερα, η πάταξη της λαθροθηρίας κλπ ήταν μερικά ακόμη απ’ τα σημαντικά έργα που τουλάχιστον ξεκίνησαν εκείνη την περίοδο.
QUO VADIS?
Σε τι μπορεί να ελπίζει σήμερα ο δασικός τομέας, ύστερα από μια 15ετή εγκατάλειψη;
– To κτηματολόγιο και οι δασικοί χάρτες είναι θετικές εξελίξεις παρά τους βραδείς ρυθμούς. Αλλά «επί του πεδίου» ελάχιστα πράγματα γίνονται. Χαρακτηριστική είναι η ανακολουθία για την Πεντέλη. Που είναι τα 100.000 στρ. «της μεγαλύτερης αναδάσωσης που έγινε ποτέ»; Γιατί οι διπλοκαμένες περιοχές που δεν μπορούν να αναγεννηθούν αφήνονται στην τύχη τους (τα 900 στρ. της Ηλείας είναι …καλό παράδειγμα – κι αυτά που έγιναν έγιναν λόγω Ολυμπίας βέβαια!). Παραβιάζεται κατάφωρα το Σύνταγμα της χώρας που επιτάσσει την επιστροφή στον δασικό χαρακτήρα των εκτάσεων που τον απώλεσαν.
– Μετά 16 χρόνια η καταστολή των πυρκαγιών δύσκολο πια να επιστρέψει άμεσα στη Δ.Υ. γιατί όχι μόνον έχει περιθωριοποιηθεί αλλά σίγουρα έχει «ξεχάσει» και πολλά απ΄ την τεχνική της στο μεταξύ.
Έτσι αυτή η κατάσταση, της διοίκησης δηλαδή από ακατάλληλο κύριο φορέα, θα συνεχιστεί και μόνο σε μια βελτίωση της συνεργασίας των δύο Υπηρεσιών μπορεί να ελπίζει κανείς.
– Εκεί όμως που υ π ά ρ χ ο υ ν περιθώρια βελτίωσης είναι στην επανασύσταση της Δασικής Υπηρεσίας και στην επιτέλεση τουλάχιστον του προληπτικού και παραγωγικού της ρόλου. Κι’ αυτό όμως προσκρούει τώρα στη σημερινή οικονομική κατάσταση.
Ουδεμία επίσης ελπίδα έχω ότι το πολιτικό μας σύστημα, προκλητικά αδιάφορο για την ερημοποίηση της Ελλάδας, και με στραμμένη σήμερα την προσοχή στον κίνδυνο χρεωκοπίας της χώρας, πρόκειται να ασχοληθεί σοβαρά με ένα ζήτημα με το οποίο δεν ασχολήθηκε ούτε όταν «υπήρχαν λεφτά».
Ας λύσουν τουλάχιστον ορισμένα θεσμικά δασικά προβλήματα που ταλαιπωρούν το κράτος, αλλά πρωτίστως τον κόσμο, καθώς μόνον τα παιδιά μας ίσως θα δουν ευρείες αναδασώσεις, αναστροφή της ερημοποίησης (αν προφτάσουμε), ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία δασών και λοιπών ευαίσθητων φυσικών περιοχών και άλλα τέτοια Θεάρεστα.
Προτείνω λοιπόν τα ακόλουθα για την περίοδο των ισχνών αγελάδων που περνάμε:
Α. Επιτάχυνση της σύνταξης κτηματολογίου και δασικών χαρτών.
Β. Ολοκλήρωση της καταγραφής (εδαφικοί χάρτες) των εδαφών επί των οποίων μπορούμε να φτιάξουμε το μελλοντικό ελληνικό δάσος. Κάποτε θα υπάρξει ένας-ή μία-ηγέτης που θα βάλει μπροστά να διπλασιάσει το ελληνικό δάσος. Το έκανε κάποτε η Βουλγαρία, τώρα το κάνει και η Τουρκία-για να μείνουμε σε παραδείγματα από την γειτονιά μας. Η καταγραφή των εδαφών και ο ορισμός αυτών που αξίζει, με βάση αυτό το αληθινό επιστημονικό κριτήριο- και όχι το «τρελό» σημερινό της παντού και πάντα «δασικής έκτασης»- να κρατήσουμε για τα παιδιά μας επείγει.
Γ. ΣΕ αυτά τα εδάφη ας προστεθούν και όσα, ανεπίδεκτα αναδασώσεως μεν αλλά αναγκαία ως τοπία, ένας νέος θεσμός, η «Κοσμητεία Τοπίου» (υπήρχε παλιά και θέλουμε μια νέα και ισχυρή) θα ορίσει ως «διατηρητέα».
Δ. Απελευθέρωση όλων των υπολοίπων ερημικών εδαφών (πλην των αναγκαίων για την βιοποικιλότητα) για να ανασάνει η χώρα παραγωγικά και οικιστικά. Με τον τρόπο αυτό-επιστημονικά και χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις-θα απελευθερωθούν εκατομμύρια στρέμματα.
Ε. Παραχώρηση-ή και πώληση όπου ενδείκνυται-των εδαφών αυτών μόνο για οργανωμένη, και εκ των προτέρων προσδιοριζόμενη με προδιαγραφές, δόμηση, δημιουργία ΒΙΠΕ κλπ.
ΣΤ. Δόμηση μόνο στο 10% της παραχωρούμενης έκτασης. Μετατροπή του υπολοίπου τεχνικά σε δάσος, από τους νέους χρήστες, επί ποινή ακύρωσης της πράξεως παραχώρησης αν η αναδάσωση δεν πραγματοποιηθεί, ή καταστρατηγηθεί.
Ζ. Εθελοντική ανταλλαγή των δασικών, ή των «δασωθέντων αγρών» που έχουν υψηλά και «ευγενή» είδη (π.χ. έλατα, δρυς κλπ), εκτάσεων που κατέχουν πολίτες ή νομικά πρόσωπα, με άλλες ίσης ή και μεγαλύτερης οικονομικής αξίας με τις δασωθείσες, στις απελευθερωμένες λόγω χαμηλής οικολογικής αξίας ζώνες. Το «μεγαλύτερης» επιτρέπεται ως αντάλλαγμα για την εγκατάλειψη από τους ιδιοκτήτες περιοχών που δασώθηκαν με υψηλό δάσος και με τις οποίες οι ιδιοκτήτες δυνατόν να συνδέονται ακόμα και ψυχολογικά (π.χ. κτήματα στο γενέθλιο χωριό, ακόμα κι αν δεν μπορεί να κτίσει σε αυτά, θα άφηνε κάποιος μόνο για άλλη, περισσότερα υποσχόμενη, περιοχή).
Η. Απαγόρευση χρήσης γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας για άλλου είδους αξιοποίηση, με αυστηρές εξαιρέσεις. Η Λάρισα π.χ.-όπως και να έχει-μόνο σε γεωργικά εδάφη μπορεί να επεκταθεί γιατί μόνο από γεωργικά εδάφη περιβάλλεται. Αλλού όμως αυτό μπορεί να απαγορεύεται.
Εφ’ όσον υπάρχουν ερημικά εδάφη δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάληψη εύφορης γεωργικής γης. Σε καμία περίπτωση ΒΙΠΕ κλπ δεν πρέπει να καταλαμβάνουν παραγωγική γη.
Θ. Παντοειδής ανάπτυξη της οικολογικής Παιδείας-και ιδίως έμπρακτη στήριξη του εθελοντισμού. Δυνατότητα «υιοθέτησης περιοχών» από εθελοντές στη βάση κριτηρίων. Ιδιαίτερη φροντίδα για θεσμοθετημένη συμμετοχή εθελοντών στην προστασία των δασών και στην κατάσβεση πυρκαγιών.
Ι. Επανεκκίνηση της διαδικασίας συμμετοχής του αγροτικού πληθυσμού σε δασικά έργα για την ενίσχυση του αγροτικού εισοδήματος και για αύξηση της δασοκάλυψης.
Ενίσχυση του προγράμματος για μετατροπή άγονης γεωργικής γης, που ανήκει σε αγρότες, σε δάση με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΙΑ. Έλεγχος (επιτέλους) της ασύδοτης αιγοβοσκής που ιστορικά, μέχρι και σήμερα, αποτελεί, αρέσει δεν αρέσει σε μερικούς η γυμνή αλήθεια, την κατάρα του ελληνικού δάσους και την ΚΥΡΙΑ αιτία της ερημοποίησης της Ελλάδος, με την αλληλοδιαδοχή: φωτιά-υπερβόσκηση. Δεν εισηγούμαι την καταστροφή αλλά τον εκσυγχρονισμό, επιτέλους, της κτηνοτροφίας. Υπάρχουν δε περιοχές στις οποίες όχι μόνο δεν πρέπει να απαγορεύουμε στα ζώα την είσοδο αλλά και που θα πρέπει να την ενθαρρύνουμε! Τέτοιες περιοχές είναι π.χ. δάση υψηλά που δεν κινδυνεύουν (sos: εξαιρούνται τα ελατοδάση!), δάση με πολλή βιομάζα ως υπόροφο, που τα ζώα αραιώνουν ευεργετικά, κλπ. Κατά τις ανορθώσεις υποβαθμισμένων δασών-και εν γένει τις καλλιεργητικές υλοτομίες-παράγεται άλλωστε άφθονη φυτική ύλη και πρέπει να διατίθεται και στα ζώα.
Γενικώς η αγελαία κτηνοτροφία πρέπει να υπάγεται σε διαχείριση, ακριβώς όπως και το δάσος και μαζί με το δάσος.
Ελπίζω ότι, με όραμα, θέληση και πολλή κοινή λογική, μερικά τουλάχιστον απ’ αυτά που προτείνω μπορούν να προχωρήσουν- τα «θεσμικά», επιτέλους, δεν χρειάζονται πολλά λεφτά!
Ορισμένα πάλι ίσως απαιτήσουν (πολύ προσεκτική, για να μην ευνοηθούν κυκλώματα γης) αναθεώρηση του Συντάγματος.
Τα άλλα, ευρείες αναδασώσεις, διαχείριση όλων των δασών τόσο για παραγωγή δασικών προϊόντων όσο και για την αποτροπή των πυρκαγιών, ανορθώσεις μεγάλων εκτάσεων υποβαθμισμένων δασών, σύγχρονοι εθνικοί δρυμοί, υδρονομικά, ουσιαστική ανασύσταση της Δ.Υ., αποτελεσματικό και διεσπαρμένο μέσα στα δάση, Δασικό Σώμα για την πρόληψη των πυρκαγιών και των καταπατήσεων, τη διαχείρισή τους, την πάταξη της λαθροϋλοτομίας, της λαθροθήρας κλπ κλπ, απαιτούν πόρους, μεράκι, διοικητικό όραμα, αντίστοιχη οργάνωση, και πολλή-πολλή δουλειά «επί του πεδίου». Γι’ αυτό φοβούμαι ότι, ακόμα και τα παιδιά μας, θα περιμένουν πολύ μέχρι να τα δουν. Μπορούν όμως, στο μεταξύ, να τα θαυμάσουν σε άλλες, ακόμα και όμορες, χώρες. ΑΛΛΑ Ο ΔΑΣΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΠΟΤΕ ΝΑ ΧΑΛΑΡΩΣΕΙ ΤΗΝ ΠΙΕΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΑΡΞΟΥΝ ΤΟ ΓΡΗΓΟΡΟΤΕΡΟ, ΙΔΙΩΣ ΤΟ ΔΑΣΙΚΟ ΣΩΜΑ.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η ολοκληρωμένη και σύνθετη, προστατευτική και αναπτυξιακή, δασική πολιτική, όπως το αναγνώρισε και η Βουλή, ξαναγεννήθηκε- μαζί με τη γ. γ. Δασών και Φ.Π.- ως ένα πολλά υποσχόμενο βρέφος στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και έκανε μάλιστα, όπως είδαμε, πολλά εντυπωσιακά βήματα. Παρουσίασε, για να επαναλάβω τα λόγια του διακομματικού Πορίσματος της Βουλής, «μετρήσιμα αποτελέσματα».
Όμως, εν συνεχεία, κάποιοι άρπαξαν το πολλά υποσχόμενο δασικό μας νεογέννητο απ’ την κούνια του και έκτοτε, ιδίως από το 1998 και μετά, αγνοείται η τύχη του. Όσοι, από τον γενικό γραμματέα μέχρι και τον κάθε μας δασοφύλακα, δουλέψαμε σκληρά για να αναγεννηθεί η Δασική Υπηρεσία και η Δασική πολιτική κατά την αξέχαστη περίοδο της τόσο δραστήριας γ.γ. Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος, διακατεχόμαστε μέχρι σήμερα από την οδύνη της απώλειας ενός «παιδιού» που χάσαμε καθώς το καμαρώναμε να μεγαλώνει.
Αλλά δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί ΠΟΤΕ ο αγώνας για να γεννηθεί κάτι ακόμα καλύτερο στο μέλλον.