ΔΗΛΩΣΗ κ.ΣΤΑΥΡΟΥ ΔΗΜΑ, ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Ε.Ε

Αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος και περιβαλλοντική
πολιτική της Ε.Ε

Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι υπέρ της αυστηρής και αμιγούς προστασίας του
Φυσικού περιβάλλοντος, του οποίου τα δάση αποτελούν ένα από τα κυριότερα συστατικά στοιχεία. Κάθε απόπειρα περιορισμού της προστασίας αυτής μας προβληματίζει έντονα. Πριν λίγες εβδομάδες η Επιτροπή έκρουσε τον κώδωνα κινδύνου σχετικά με τις τραγικές επιπτώσεις που θα επιφέρει η υπερθέρμανση του πλανήτη σε περιοχές όπως αυτή της Μεσογείου . Η συρρίκνωση των δασών λόγω του πολλαπλασιασμού των δασικών πυρκαγιών θα είναι μία από τις συνέπειες που θα απειλήσουν σοβαρά την Ελλάδα. Τα δάση συνεισφέρουν στην καταπολέμηση του φαινομένου του θερμοκηπίου μέσω της κατακράτησης του διοξειδίου του άνθρακα. Επίσης, συγκρατούν το νερό και βοηθούν στην διατήρηση των υδροφόρων οριζόντων, που είναι τόσο απαραίτητοι για περιοχές όπως η Ελλάδα . Τέλος η πιθανή αποψίλωσή τους θα επιτείνει τις αρνητικές συνέπειες των πλημμυρών που αναμένεται να γίνουν πιο έντονες στα επόμενα χρόνια λόγω της συνεχιζόμενης αλλαγής του κλίματος.
Τα δάση αποτελούν οικολογικά πολύτιμα οικοσυστήματα στα οποία φιλοξενούνται ζωικά και φυτικά είδη μείζονος σπουδαιότητας για την διατήρηση της σπάνιας μεσογειακής βιοποικιλότητας, η προστασία της οποίας αποτελεί στόχο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πολλά από τα δάση και δασικές εκτάσεις της Ελλάδας αποτελούν αντικείμενο προστασίας της κοινοτικής νομοθεσίας για τους φυσικούς οικοτόπους και την άγρια πανίδα και χλωρίδα.
Το άρθρο 24 εισήγαγε την προστασία των δασών ως υπέρτατη συνταγματική επιταγή για πρώτη φορά το 1975. Η αναθεώρηση του το 2001 κατοχύρωσε την πολύτιμη αρχή της αειφορίας. Η συνταγματική διάταξη με την ορθή και πλήρη εφαρμογή της, προστατεύει επαρκώς τον δασικό μας πλούτο, ενώ η εφαρμογή της αρχής της αειφορίας καθιστά δυνατή την οικονομική ανάπτυξη που γίνεται με σεβασμό προς το περιβάλλον. Για τους λόγους αυτούς , η αναθεώρηση του άρθρου 24 δεν είναι αναγκαία.
Σταύρος Δήμας
Επίτροπος Περιβάλλοντος
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Βρυξέλλες

Εισήγηση Νικ.Στάμου Καθηγητή Α.Π.Θ (28/2/07)

Δασική γη:
ένας όλο και περισσότερο βαλλόμενος περιβαλλοντικός στόχος

Νικ. Ι. Στάμου

 

 

 

ΗΜΕΡΙΔΑ
“ΔΑΣΗ – ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ”

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΔΑΣΟΛΟΓΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ – ΓΕΩΤΕΕ
ΑΘΗΝΑ 28 Φεβρουαρίου 2007

 


Δασική γη: ένας όλο και περισσότερο βαλλόμενος περιβαλλοντικός στόχος
(ενώ τα περιβαλλοντικά προβλήματα οξύνονται συνεχώς)
Νικ. Ι. Στάμου

 

Έχουν γραφεί πολλά για τον πολυλειτουργικό ρόλο των δασών και των δασικών εκτάσεων, για τη σημασία δηλαδή και τις λειτουργίες (περιβαλλοντικές, οικονομικές, πολιτισμικές) Οι εν λόγω λειτουργίες ασκούνται από την γη αυτή συνολικά, με διαφοροποιήσεις διαπεριφερειακά και διαχρονικά μόνο ως προς την ένταση κάθε μιας από αυτές. Η εκδήλωσή τους είναι τόσο περισσότερο αειφορική όσο περισσότερο αειφορική είναι και η διαχείριση της δασικής γης.

Οποιαδήποτε, μεταβολή στην έκταση της δασικής γης προκαλεί αρνητική ποσοτική και ποιοτική μεταβολή στο σύνολο των πιο πάνω λειτουργιών. Ποιος έχει το δικαίωμα, να στερήσει από τους οικισμούς και τις πόλεις (του σήμερα και του αύριο) το περιαστικό τους (αλλά και το ευρύτερο) δασικό πράσινο και από πού αντλεί το δικαίωμα αυτό; Στην Ευρώπη, η δασική γη μέσα και γύρω από τους οικισμούς και τις πόλεις προστατεύεται και διατηρείται ως κόρη οφθαλμού, λόγω ακριβώς των πιο πάνω λειτουργιών και ουδείς διανοείται εκεί να αποχαρακτηρίσει εκτάσεις της.

Πως, σύμβουλοι ποιού επιστημονικού κλάδου και με ποιες επαγγελματικές αποκλειστικά σκοπιμότητες, παραβαίνοντας το επιστημονικό τους όρκο για χρηστή χρήση και εφαρμογή της επιστήμης τους, εισηγούνται αποχαρακτηρισμούς δασικής γης για ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, όταν η δασική αυτή γη ανέκαθεν χρησιμοποιείται και μάλιστα ως αειφορικός βοσκότοπος («δασικός βοσκότοπος»); Πώς ενέπλεξαν την χώρα, με κίνδυνο να την εκθέσουν ανεπανόρθωτα στην Ε.Ε., με το να εντάξουν στον ΟΣΔΕ αναδασωτέες και αναδασωμένες εκτάσεις; Δεν ήταν αρκετές οι παραχωρήσεις δασικής γης της 10ετίας του ΄60, για αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών; Δεν τους αρκεί η απαράδεκτη για τον ίδιο σκοπό τεράστια περιβαλλοντική και οικονομική ζημιά που οι ίδιοι προκάλεσαν από την μεθοδευθείσα απόλυτα κοντόφθαλμη καταστροφή του σημαντικότατου πεδινού δάσους του Κοτζά Ορμάν («Μεγάλο Ρουμάνι») στις εκβολές του Νέστου ποταμού, έκτασης 72 000 στρεμμάτων ; Που σήμερα είναι αμμώδης και άγονη πεδινή γεωργική γη, αντί του πλουσιότατου πλουτοπαραγωγικού περιβαλλοντικού πόρου και πόλος έλξης για ολόκληρη την Ευρώπη , που θα ήταν σήμερα, λόγω της εξαιρετικής του τότε βιοποικιλότητας; Τέτοιες (νέες αλλά για οικοπεδικούς σκοπούς) μεταβολές θα προκύψουν πάμπολλες με την προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 24 και δυστυχώς, θα είναι αυτές μη αναστρέψιμες. Και θα προκύψουν κυρίως στο εξαιρετικού φυσικού κάλλους νησιωτικό τοπίο, στην αττική γη, σε ολόκληρη την παράκτια ζώνη της χώρας, γύρω από τους οικισμούς και τις πόλεις και στους υδροκρίτες των βουνών.

Δεν παραγνωρίζω το γεγονός, ότι έχουν δημιουργηθεί κατά το παρελθόν σημαντικά δυσάρεστες καταστάσεις, που προσδοκούν ρύθμιση. Όμως αυτές δημιουργήθηκαν από υπαιτιότητα και ευθύνη των (ή των φερόμενων ως) ιδιοκτητών των εκτάσεων. Ίσως ορισμένες και από υπηρεσιακές παραλείψεις. Δημιουργήθηκαν παράνομα ολόκληροι οικισμοί επί δασικής γης, δεν το γνώριζαν οι ιδιοκτήτες τους που καταπάτησαν τον χαρακτήρα της εν λόγω γης και αποστέρησαν το κοινωνικό σύνολο από το σύνολο των δασικών λειτουργιών της γης αυτής; Σύμφωνα με την σχετική Οδηγία της ΕΕ και την υφιστάμενη νομοθεσία, ο ρυπαίνων το περιβάλλον πληρώνει, ο καταστροφέας αυτού στην χώρα μας δεν πληρώνει, αλλά αντίθετα επιβραβεύεται; Και μάλιστα μέσω συνταγματικών ρυθμίσεων – αναθεωρήσεων;

Διαμαρτύρονται οι πολυάριθμοι οικοδομικοί συνεταιρισμοί ότι επένδυσαν σε γη, που η δασική νομοθεσία δεν τους επέτρεπε και δεν τους επιτρέπει να την αξιοποιήσουν οικιστικά. Ποιοι οικοδομικοί συνεταιρισμοί, κάτοχοι μη δασικής γης, παρεμποδίστηκαν στην εν λόγω αξιοποίηση; Μόνο οι συνεταιρισμοί κάτοχοι δασικής γης έχουν προβλήματα. Δεν γνώριζαν τα μέλη τους, ότι αγόραζαν δασική γη, που δεν επιτρεπόταν η οικοπεδοποίησή της; Και επιχειρούνται συνεχώς νομοθετικές ρυθμίσεις, τα τελευταία δε χρόνια και απόπειρες συνταγματικών ρυθμίσεων ή συνταγματικές ρυθμίσεις, προκειμένου να καταστεί τούτο δυνατό; Αντί της καλλιέργειας της νόμιμης συμπεριφοράς του πολίτη και του λογικού κέρδους του κάθε υποψήφιου επενδυτή, δεν καλλιεργείται έτσι η ανευθυνότητα και η βουλιμία, έναντι οποιουδήποτε στοιχείου έχει κοινωνική διάσταση ή είναι δημόσιο; Και, αντί των υπευθύνων, θα πληρώσει το κοινωνικό σύνολο και ο ανώνυμος πολίτης με την αποστέρησή του από τις λειτουργίες της δασικής γης, αφού αυτή θα μετατραπεί σε οικοπεδική ή σε άλλης μορφής περιβαλλοντικά μη λειτουργική χρήση;
Προσδοκούν οι καταπατητές και οι καταστροφείς δασικής γης την νομιμοποίηση, ενώ κάποιος θάπρεπε να τους υπενθυμίσει, ότι αυτοί χρωστούν στο κοινωνικό σύνολο και στο δημόσιο το αντίτιμο της επί τόσα χρόνια καταπάτησης και παρά τον νόμο χρήσης της εν λόγω γης.

Ποιος και πως θα εξηγήσει στους οργισμένους, λόγω ανεργίας, λόγω ιδιοσυγκρασίας και λόγω άλλης αντίληψης περί κοινωνικής δικαιοσύνης, περί ίσων ευκαιριών και περί συμπεριφοράς έναντι του φυσικού περιβάλλοντος νέους μας, ποιος και πως θα δικαιολογήσει στους νόμιμα συμπεριφερθέντες στη ζωή τους ενήλικες, μια τέτοια επιχειρούμενη νομιμοποίηση αυθαίρετων και παράνομων συμπεριφορών; Και μάλιστα νομιμοποίηση από την Κυβέρνηση ενός κόμματος που ευαγγελίστηκε την «απαλλαγή», τις ίσες ευκαιρίες, τον υγιή ανταγωνισμό; που ευαγγελίστηκε την «αναβάθμιση των δασικών οικοσυστημάτων» αντί του αποχαρακτηρισμού και της διάλυσης αυτών και μάλιστα σε περιοχές, που ο πολυλειτουργικός αυτών των οικοσυστημάτων (και των υποβαθμισμένων) είναι εξαιρετικά κρίσιμος; Τίποτε δεν πέρασε στην χώρα μας σχετικό με τους δασικούς πόρους από το πρωτόκολλο του Kyoto, από την Agenda 21 και από την νέα στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους φυσικούς πόρους και την αειφόρο ανάπτυξη, που βασικός της στόχος είναι η «αποσύνδεση της μεγέθυνσης από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και την ανάλωση περιβαλλοντικών πόρων» ; Ουδείς πληροφόρησε την Κυβέρνηση, ότι αυτό που στο ισχύον Σϋνταγμα ονομάζεται δασική έκταση, περιλαμβάνει τελικά προσωρινά υποβαθμισμένα δασικά οικοσυστήματα, προσωρινές δηλαδή οπισθοδρομικές εξελίξεις του περιβάλλοντος από υπαιτιότητα του ανθρώπου, που με κατάλληλο χειρισμό μπορούν να αναβαθμιστούν και να επανέλθουν και πάλι στη σωστή φάση της ανάπτυξης τους, ορισμένα μάλιστα σε βραχύ χρόνο;

Διεύρυνση της προστασίας των δασών, προστασία του φυσικού περιβάλλοντος των δασών και του δασικών εκτάσεων: μήπως περισσεύει η υποκρισία; Είναι τελικά ή δεν είναι πολύτιμο το φυσικό περιβάλλον; Να αναζητήσουμε τις δηλώσεις των πολιτικών μας κατά τις παγκόσμιες ημέρες δασοπονίας (21 Μαρτίου) και φυσικού περιβάλλοντος (5 Ιουνίου); Αν ειλικρινά εκτιμούμε το φυσικό περιβάλλον ως πολύτιμο αγαθό για την κοινωνία, δεν σημαίνει τούτο, δεν συνεπάγεται τούτο, ότι όσο φυσικό περιβάλλον υπάρχει, το προστατεύω και το αναβαθμίζω; Όταν έχει κάποιος υπό την διαχείρισή του κάτι πολύτιμο που δεν του ανήκει (όχι προσωπικά δικό του, αλλά κοινωνικό – συλλογικό) πως μπορεί να το διαμοιράζει σε άλλους; Δεν σημαίνει ότι διαθέτει ελάχιστα από αυτό μόνο ύστερα από πάρα πολλή σκέψη, εξαιρετική περίσκεψη, ύστερα από εξαιρετικά αντικειμενική μελέτη εναλλακτικών διεξόδων, μόνο κατά απόλυτα φειδωλό τρόπο και μόνο υπέρ έργων βασικών υποδομών, που πράγματι εξυπηρετούν το κοινωνικό σύνολο τόσο σήμερα όσο και αύριο; Και φροντίζει παράλληλα και ταυτόχρονα να αντισταθμίσει τις απώλειες κατά ισοδύναμο τρόπο (όχι ισόποσα σε έκταση αλλά ισόποσα σε σύνολο λειτουργιών); Τι άλλο μπορεί να είναι το δημόσιο συμφέρον από την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου; Ποιοι λοιπόν θα ψηφίσουν υπέρ της αναθεώρησης του άρθρου 24; Σε ποιον ανατέθηκε η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, ως κάτι εξαιρετικά πολύτιμου για την κοινωνία; Στο σύνολο των πολιτικών και των πολιτών, προφανώς. Και σε ποιόν και από ποιόν δίνεται κάθε φορά η εξουσιοδότηση να το διαχειρίζεται το εν λόγω περιβάλλον; Δίνεται προφανώς η εν λόγω εξουσιοδότηση μόνο από ορισμένες γενιές, τις σημερινές. Δίνεται με βάση το εκλογικό κοινοβουλευτικό σύστημα και τον εκάστοτε εκλογικό νόμο, άρα πολλές φορές ούτε καν κατά πλειοψηφία των εχόντων ψήφο μελών των σημερινών γενεών (του συνόλου των εχόντων ψήφο στην κοινωνία). Δίνεται, συνεπώς, η εν λόγω εξουσιοδότηση στην εκάστοτε κατά τον εκλογικό νόμο πλειοψηφούσα παράταξη και την από αυτήν Κυβέρνηση, που δεν είναι όμως Κυβέρνηση και των μελλοντικών γενεών. Και η οποία επιβάλλεται να είναι πολύ προσεκτική σε ρυθμίσεις, που αφορούν και θα επηρεάσουν ολόκληρο τον τόπο με την διαχρονική του έννοια. Όλα τούτα δεν αποτελούν τροχοπέδη στην κυβερνητική δράση, απλά επιβάλλουν πολιτικές ενέργειες και ρυθμίσεις, που θα οδηγούν στην με περίσκεψη και κατά σοφό τρόπο προστασία και διαχείριση του περιβάλλοντος υπέρ του συνόλου των γενεών (σημερινών και μελλοντικών) και του συνόλου των μελών των γενεών αυτών. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, να συζητείται ο αποχαρακτηρισμός και οριστική αλλαγή χρήσης τέτοιας έκτασης δασικής γης και μεταβολής του τοπίου και διανομής σε ορισμένους; Δεν υπάρχει συνεπώς υποκρισία;

Συζητείται η αναθεώρηση του άρθρου 24, που εκτιμάται ότι θα επιφέρει σημαντικότατες μεταβολές και αλλαγές στο φυσικό περιβάλλον και το τοπίο. Ως πολίτης αυτής της χώρας και ως ευρωπαίος πολίτης δικαιούμαι ή όχι να έχω περιβαλλοντική πληροφόρηση ; Που είναι η έκθεση εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων της συζητούμενης προτεινόμενης κατεύθυνσης αναθεώρησης του εν λόγω άρθρου, από την οποία θα μπορούσα να αντλήσω την σχετική πληροφόρηση, ως προς την ένταση και την έκταση των επιπτώσεων; Είναι ο έλληνας πολίτης κατώτερης κλάσης ευρωπαίος και του αποστερείται η εν λόγω πληροφόρηση ; Γιατί στις άλλες χώρες μέλη της Ε.Ε. κάθε σχέδιο νομοθετικής ρύθμισης που ενδεχομένως άπτεται του περιβάλλοντος κατά την κατάθεση του στην Βουλή συνοδεύεται και από αντικειμενική έκθεση εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων;
Το ίδιο δικαίωμα, αλλά κυρίως την αυξημένη υποχρέωση της εκ των προτέρων πληροφόρησής τους, δεν έχουν και οι έλληνες βουλευτές πριν να καθορίσουν την κατά συνείδηση θέση τους έναντι της πρότασης αναθεώρησης; Με ποια σχετική πληροφόρηση και πως «κατά συνείδηση» θα καθορίσει ο καθένας από αυτούς την θέση του στην σχετική ψηφοφορία; Δεν αποτελεί κριτήριο της διαμόρφωσης της θέσης τους η έκταση και η ένταση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων; Ούτε ως ένα μεταξύ άλλων κριτήριο;

Γιατί να μην έχει προηγηθεί η σύνταξη του δασολογίου, πριν από κάθε σκέψη για (νέα εντός 5ετίας από το 2001) συνταγματική αναθεώρηση και για οργάνωση των χρήσεων γης (χωροταξία); Η δασική χρήση δεν λογίζεται ως χρήση; Αντιστρέψαμε δηλαδή την λογική; Θα οργανώσουμε τις χρήσεις γης και, εν όψει αυτής της οργάνωσης και πριν από αυτή, προβαίνουμε μέσα από αναθεωρητικές συνταγματικές διαδικασίες σε μαζικούς αποχαρακτηρισμούς; Και ισχυριζόμαστε, ότι μέσω αυτών διευρύνουμε την προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων και ότι αναβαθμίζουμε τα δασικά οικοσυστήματα ;

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο παλαιότερος, κατηγορήθηκε για συγκεκριμένες οικιστικές πολιτικές που κατέστρεψαν το αστικό περιβάλλον και οδήγησαν στις σημερινές απάνθρωπες ελληνικές πόλεις, στο απάνθρωπο αστικό περιβάλλον. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο νεώτερος, θα συνδέσει το όνομά του με τον μεγαλύτερο συλλήβδην αποχαρακτηρισμό τεράστιων εκτάσεων δασικής γης; Για να μείνει τελικά στην ιστορία ως ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας, και ως ο νέος μάλιστα πολιτικός, που έθεσε σε εφαρμογή τις πλέον εχθρικές προς το περιβάλλον συνταγματικές μάλιστα διατάξεις; Γιατί έρχεται ο ίδιος σε τόση αντίθεση με τις αντίστοιχες διατάξεις του Συντάγματος του 1975, που το ίδιο το κόμμα του τότε εισηγήθηκε και υπερψήφισε; Τι είδους επιστημονικοί σύμβουλοι του εισηγήθηκαν τώρα κάτι τέτοιο; Είναι αυτή ευρωπαϊκή αντιμετώπιση του περιβάλλοντος; Επί οθωμανικής αυτοκρατορίας γενικά δεν επιτρεπόταν η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας δασικής γης. Ούτε και η αλλαγή χρήσης γενικά της δασικής γης επιτρεπόταν γύρω από τους οικισμούς και τις πόλεις των ελληνικών περιοχών, που τα οθωμανικά στρατεύματα καταλάμβαναν. Η Ελλάδα, μετά την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό, αιμάσσουσα και ρακένδυτη και για να στηρίξει τον πληθυσμό της, που πράγματι επένετο, αποφάσιζε και διένειμε την εθνική γη, όμως εξαιρούσε από την διανομή αυτή τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, την δασική γη δηλαδή. Γιατί άραγε; Δεν ήθελε ή δεν χρειαζόταν η τότε Ελλάδα την ανάπτυξη; Ή διαφύλασσε αυτή τότε την εν λόγω γη, για να γίνει ο αποχαρακτηρισμός και η διανομή στις ημέρες μας; Η δασική γη, λοιπόν, εμποδίζει την ανάπτυξη της χώρας; Σε ποια θεωρία σχετική με την Οικονομική ανάπτυξη αναφέρεται κάτι τέτοιο; Από ποια συγκεκριμένη μελέτη έχει προκύψει κάτι τέτοιο; Θα αποχαρακτηρισθούν λοιπόν φρυγανότοποι, θαμνότοποι και χαμηλά δάση και μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις της χαμηλής και της νησιωτικής ζώνης της χώρας (με την εξαιρετική, πολύ σπάνια και στην πλειονότητα ενδημική χλωρίδα και πανίδα και μικροπανίδα, με το εξαιρετικό τοπίο τους και την εξαιρετική αντιδιαβρωτική και υδατοπαραγωγική τους λειτουργία); Θα αποχαρακτηρισθούν ποολίβαδα, θαμνότοποι, χαμηλά δάση και μερικώς δασοσκεπή δασικά εδάφη στον ορεινό και ημιορεινό χώρο, που ολόκληρος λόγω της φύσης και της δομής της άγριας βλάστησής του αποτελεί τον υδατόπυργο τροφοδοσίας του συνόλου της χώρας με καθαρό νερό; Στον ορεινό χώρο, που λειτουργεί προστατευτικά έναντι των κατολισθήσεων, της διάβρωσης των εδαφών καθώς και αντιχειμαρρικά και αντιπλημμυρικά έναντι των κατάντη περιοχών; Θα παρασχεθεί, μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης, η δυνατότητα αποχαρακτηρισμού τόσης δασικής γης, που με την ποώδη και την ξυλώδη, δενδρώδη ή θαμνώδη, αραιά ή πυκνή, άγρια βλάστηση λειτουργεί κατά του φαινομένου του θερμοκηπίου και υπέρ της προστασίας και της διατήρησης του κλίματος ; Γιατί οι ιδιώτες επενδυτές θα πρέπει να εγκαταστήσουν τις επιχειρήσεις τους σε εκτάσεις που, είτε συνολικά είτε ως προς ορισμένες από τις λειτουργίες τους, αποτελούν δημόσιο ή συλλογικό / κοινωνικό αγαθό; Γιατί θα πρέπει να τους χαριστεί υπερπολύτιμη για την κοινωνία δασική γη με αντίτιμο μάλιστα ευτελέστατο, αντί να προμηθευτούν οικοπεδική γη από την αγορά ;


Από όλους τους πιο πάνω προβληματισμούς και ερωτήματα, προκύπτει το συμπέρασμα της μη αναθεώρησης του συγκεκριμένου άρθρου του Συντάγματος. Θα μπορούσε κάποιος να προτείνει την επαναφορά του άρθρου του Συντάγματος του 1975. Αλλά, οι κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού στη χώρα μας δεν επιτρέπουν υπέρ του κοινωνικού (σημερινού και μελλοντικού) συνόλου τέτοιες γενναίες για το φυσικό περιβάλλον ομόθυμες κομματικές συμφωνίες, ιδίως μεταξύ των λεγομένων κομμάτων εξουσίας. Ως ελάχιστη συνεπώς συμβολή στην προστασία της δασικής γης και του δασικού περιβάλλοντος, που προέχει αυτή τη στιγμή, είναι:
• η διατήρηση του υφιστάμενου στο υφιστάμενο Σύνταγμα άρθρου 24, με συνέχιση του σημαντικού σχετικού ρόλου του ΣτΕ
• η εναρμόνιση των διατάξεών του Ν. 3208/2003 με το εν λόγω άρθρο, με σχέδιο νόμου, που θα κατατεθεί στην Βουλή μαζί με αντικειμενική έκθεση εκτίμησης των περιβαλλοντικών του επιπτώσεων
• η χαρτογράφηση από τις Δασικές Υπηρεσίες των επί μέρους λειτουργιών της δασικής γης με ταυτόχρονη ιεράρχηση αυτών
• η σύνταξη των Δασικών χαρτών, με πλήρη αξιοποίηση του δυναμικού τόσο των δασικών Υπηρεσιών όσο τόσο και των Ιδιωτικών Δασοτεχνικών Γραφείων
• η καθιέρωση, επί τέλους και στην χώρα μας, των Εθνικών Προγραμμάτων Δασών και η μέσω αυτών
• εισαγωγή και εφαρμογή και συνεχής στήριξη της οργανωμένης και συστηματικής αειφορικής πολυλειτουργικής διαχείρισης στο σύνολο της δασικής γης.
• η μη συνέχιση της τακτικής του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με τα δημόσια έσοδα από τον τομέα των Δασών να χρηματοδοτεί τον τομέα της Γεωργίας! . Την στιγμή μάλιστα, που ο τομέας της Δασοπονίας υποχρηματοδοτείται, οι επενδύσεις σ΄ αυτόν είναι ελάχιστες, το χειμαρρικό και πλημμυρικό πρόβλημα της χώρας οξύνεται όπως και το ενεργειακό ισοζύγιο και το ισοζύγιο εισαγωγών – εξαγωγών σε δασικά προϊόντα και προϊόντα χάρτου. Και οι Δασικές υπηρεσίες, που μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του’80 λειτουργούσαν ως τα πιο οργανωμένα περιφερειακά κύτταρα της Δημόσιας διοίκησης, για την στήριξη της ανάπτυξης του ορεινού και ημιορεινού χώρου και της προστασίας του περιβάλλοντος, όχι μόνο δεν στηρίζονται, όχι μόνο εδώ και χρόνια δεν στελεχώνονται με νέους επιστήμονες και δεν εκσυγχρονίζονται, όχι μόνο αφήνονται να «γερνούν», αλλά και συκοφαντούνται συλλήβδην. Φτάσαμε στο σημείο, το δάσος, η δασική γη να έχουν γίνει εχθρικός στόχος και ως τέτοιον στόχο να τον ασπάζονται όχι μόνο οι καταπατητές και υποψήφιοι «επενδυτές», αλλά και πολλοί πολιτικοί και πολιτευτές, δυστυχώς. Τη στιγμή, που οι συνέπειες του φαινομένου του θερμοκηπίου είναι ήδη εδώ, δεν έχουν όμως εκδηλώσει ακόμη τα μέγιστά τους! Θα συνεχίσουμε λοιπόν για τον τόπο μας να μην λειτουργούμε ως προμηθείς, μπροστά σε ένα φαινόμενο που δεν μας δώσει καν τη δυνατότητα να γίνουμε επιμηθείς;

ΕΙΣΗΓΗΣΗ Κ.ΔΙΑΚΟΥ, ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (ΗΜΕΡΙΔΑ 28/2/2007)

Αναθεώρηση του Συντάγματος: Πάλι τα ίδια…

«Οι πολιτικές και ηθικές αξίες είναι «ο σιωπηλός πρόλογος» κάθε νομικής σκέψης»
Ronald Dworkin, Αμερικανός φιλόσοφος, νομικός

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί κορυφαία στιγμή της λειτουργίας του πολιτεύματος και κατά συνέπεια σηματοδοτεί την κοινωνική εξέλιξη της διαχείρισης της κοινωνίας. Η ευφυής χρήση του όρου «κοινωνικό συμβόλαιο» για το Σύνταγμα προσδιορίζει εύστοχα τον χαρακτήρα του Συντάγματος.
Δυστυχώς εδώ και λίγο καιρό τα διαχειριζόμενα την εξουσία πολιτικά κόμματα έχουν επιλέξει την αναθεώρηση του Συντάγματος, ως πρακτική επιβολής των βραχυπρόθεσμων κυβερνητικών επιλογών. Το αποτέλεσμα, κατά την γνώμη μου, θα είναι η ιδεολογική απαξίωση της κοινωνικής λειτουργίας του Συντάγματος μας.

Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
Η συρρίκνωση του Δημόσιου τομέα στις κοινωνικές λειτουργίες αποτελεί την κυρίαρχη επιλογή του νεοφιλελευθερισμού και την παγκοσμιοποιημένης διαχείρισης του.
Δεν είναι τυχαία η πρόσφατη τοποθέτηση του πρωθυπουργού ότι οφείλουμε να τροποποιήσουμε το Σύνταγμα για να συμφωνεί με τις σύγχρονες διεθνείς επιταγές. Ποιες είναι αυτές οι επιταγές; Η συρρίκνωση των συνταγματικών θεσμικών ρυθμίσεων που εμποδίζουν την νεοφιλελευθεροποίηση του κοινωνικού μας συστήματος. Παρακάτω θα διαπιστώσουμε την σύμπνοια κυβερνητικών επιλογών για το άρθρο 24 και των θέσεων του ΣΕΒ για το ίδιο θέμα.
Στα πλαίσια αυτά τρία είναι κυρίως τα συνταγματικά στοιχεία στα οποία επιχειρείται η αναθεώρηση: Η ολοκληρωμένη επαγγελματοποίηση της γνώσης, η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας γης και η συνταγματική ελευθερία κυβερνητικών χειρισμών χωρίς δικαστικό έλεγχο, με την παρέμβαση ιδιωτών στον συνταγματικό έλεγχο της Διοίκησης.
Η ολοκληρωμένη επαγγελματοποίηση της γνώσης περνάει από την πρόταση της συνταγματικής νομιμοποίησης των ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Στα Πανεπιστήμια των προχωρημένων νεοφιλελεύθερα χωρών παρέχονται τεχνικές για την γνώση και για την επαγγελματική της χρήση, ενώ στην χώρα μας επειδή δε έχει περάσει η πολιτική του οικονομικού ανταγωνισμού λόγω του δημόσιου χαρακτήρα της Παιδείας η γνώση συντηρεί ακόμα στόχους κοινωνικής διάστασης. Αυτό πρέπει να ξεπεραστεί με την δημιουργία Ιδιωτικών Πανεπιστημίων, που, διαμορφώνοντας πλαίσια οικονομικής ανταγωνιστικότητας θα σύρουν και τα Δημόσια Πανεπιστήμια στον ένα και μόνο στόχο της υποταγής της Παιδείας στον επαγγελματισμό.
Τέλος στην Ελλάδα ο νομικός μας πολιτισμός κατοχύρωσε μια πολύ σημαντική και προοδευτική δικαιακή αρχή, του διάχυτου δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των Νόμων. Αυτό σημαίνει ότι το οποιοδήποτε Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο μια υποθέσεως, μπορεί να ελέγξει την συνταγματικότητα του εφαρμοζομένου νόμου. Και αυτό παίρνει πιο συγκεκριμένη μορφή με τον συνταγματικό έλεγχο του ΣτΕ. Η έλλειψη κοινωνικής στρατηγικής στην διαχείριση της εξουσίας στην Ελλάδα, με τον έντονο πελατειακό της χαρακτήρα και την έξωθεν εξάρτηση απαιτεί «ευλυγισία» στην εφαρμογή του Νόμου και πέρα από τα συνταγματικά όρια. Έτσι δυστυχώς η σύγκρουση της Εκτελεστικής εξουσίας (που ελέγχει πλήρως την Νομοθετική, μέσω της κομματικής πειθαρχίας) και τη Δικαστικής είναι δεδομένη και κορυφώνεται από το θεσμικά αρμόδιο δικαστικό όργανο ελέγχου της Διοίκησης, το ΣτΕ. Στην προηγούμενη αναθεώρηση περιορίστηκε η δικαιακή αυτή αρχή, «περνώντας» συνταγματική διάταξη με την οποία η συνταγματικότητα των νομών, ελεγχόμενη από το ΣτΕ, δεν μπορεί να γίνεται από τα τμήματα του αλλά από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου, ελπίζοντας σε διαφοροποίηση των συσχετισμών, ιδιαίτερα σε υποθέσεις του 5ου τμήματος του που ελέγχει θέματα Περιβάλλοντος. Όμως απέτυχε ως επιλογή. Τώρα η Ν. Δημοκρατία προβάλει ένα άχρηστο και συντηρητικό θεσμό, το Συνταγματικό Δικαστήριο, τα μέλη του οποίου δεν θα είναι δικαστές, τουλάχιστον στο σύνολο τους, αλλά Καθηγητές Πανεπιστημίου, νομομαθείς κλπ. και άλλοι ιδιώτες, που θα διορίζονται από την Εκτελεστική Εξουσία, μέσω της Νομοθετικής (στην οποία, όπως επισημάναμε, το, κάθε φορά, κυβερνών κόμμα ελέγχει με τη κομματική πειθαρχία και την δεδηλωμένη, χωρίς να αποκλείεται και η συναινετική από τα δύο διαχειριστικά κυρίως κόμματα επιλογή των προσώπων). ’ρα το Σύνταγμα θα ερμηνεύεται «κατά πως βολεύει» και η στοιχειώδης Ασφάλεια Δικαίου για τον πολίτη, βασική αρχή της Λαϊκής Κυριαρχίας, «πάει περίπατο».

Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 24 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Η προστασία του Περιβάλλοντος και η ανάπτυξη δεν χρειάζονται συνταγματική τροποποίηση αλλά εφαρμογή του Νόμου και εκσυγχρονισμό της Νομοθεσίας για την ασφαλέστερη κατοχύρωση της προστασίας αυτής.
Σταύρος Δήμας (Επίτροπος Περιβάλλοντος της Ε.Ε. και στέλεχος της Ν.Δ.)Ιούνης ο6
Ι. Ποια είναι η υφιστάμενη σήμερα κατάσταση;
Η συνταγματική κατοχύρωση της Προστασίας του Περιβάλλοντος υπήρξε μια επιλογή του τότε Πρωθυπουργού Κων/νου Καραμανλή, που διαβλέποντας την προνομία της οικονομίας μας στο τομέα των υπηρεσιών (τουρισμός, πολιτισμός κλπ.) και γνωρίζοντας την κατασκευαστική μανία των Ελλήνων από την προδικτατορική πολιτική του σταδιοδρομία στήριξε την προστασία του χώρου αυτών των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Όμως η δραστηριότητα αυτή ασκείται κυρίως από λάθρα επιβιούντες επιχει-ρηματίες, που παρανομούν, καταστρέφουν το περιβάλλον (φυσικό και επιχειρηματικό) και στην συνέχεια εκμεταλλευόμενοι το πολιτικό κόστος και τις πολιτικές πελατειακές σχέσεις τους νομιμοποιούν την παρανομία.
Έτσι με τα στοιχεία αυτά στην χώρα μας προκύπτει μια εξωφρενική λειτουργία θεσμών στην Προστασία του Περιβάλλοντος.
Τα βασικά της χαρακτηριστικά είναι η προχειρότητα, η νομιμοποίηση του παράνομου και η εξυπηρέτηση μιας αδιέξοδης βραχυπρόθεσμης πολιτικής χωρίς στόχο και συνέπεια.
Έτσι η όλη κοινωνική διεργασία για την προστασία του περιβάλλοντος μεταφέρεται στο Δικαστήριο, είτε προς ερμηνεία λόγω της σκόπιμης αοριστίας του νομοθετικού κειμένου για ευκαιριακή ερμηνεία «κατά πως βολεύει» είτε για την επιβολή κυρώσεων, όπου, ως συνήθως, δεν εφαρμόζεται ο Νόμος από τεχνική αδυναμία της Διοίκησης για εφαρμογή αλλά, πολλές φορές, και από την δεδομένη και παντάπασι γνωστή παράβαση καθήκοντος των εντεταλμένων προς τούτο υπαλλήλων, γεγονός άλλωστε που έχει λάβει ευρεία δημοσιότητα, αποτελεί αντικείμενο πρόθεσης επίλυσης σε όλα τα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων της κυβερνητικής διαχείρισης, που όμως αδυνατούν να πραγματοποιήσουν ως κυβέρνηση μέσα από την υφιστάμενη γραφειοκρατική διαπλοκή. Κατά συνέπεια, γινόμαστε μάρτυρες συνεχών αντεγκλίσεων μεταξύ πολιτών ή Διοίκησης και του Συμβουλίου της Επι-κρατείας, που διαπιστώνοντας την συνταγματική παραβατικότητα των νομοθετικών επιλογών και των διοικητικών αποφάσεων παρεμβαίνει με την ακυρωτική του διαδικασία και δημιουργεί εξ ανάγκης ανασφάλεια σε επιλογές επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που έχουν σχέση με την Προστασία του Περιβάλλοντος.
ΙΙ. Τα δεδομένα όμως αλλάζουν
Η χρήση του Περιβάλλοντος ως οικονομικού στοιχείου εκμετάλλευσης από τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που ως λογική εντείνεται από τα προβλεπόμενα επενδυτικά προγράμματα των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης απαιτεί δύο θεσμικές παρεμβάσεις.
Η πρώτη συνίσταται στο ξεκαθάρισμα των υφισταμένων αντιδικιών και αμφισ-βητήσεων (αυθαίρετη δόμηση, καταπάτηση δασών και δασικών εκτάσεων, οικοδομικοί συνεταιρισμοί, αποχαρακτηρισμός δασών και δασικών εκτάσεων για την πραγματοποίηση των περιβαλλοντοκτόνων μεγάλων και μικρών έργων) με κατεύθυνση την ικανοποίηση των παράνομα ενεργούντων και η δεύτερη ο περιορισμός του ελέγχου της Εκτελεστικής Εξουσίας (δηλ. της κάθε Κυβέρνησης) και των επιλογών της κυρίως από το Σ.τ.Ε. (και ειδικότερα το Ε’ Τμήμα του). Τέλος είναι ανάγκη προς κάλυψη των προβλεπομένων επενδυτικών διαδικασιών σε προστατευόμενες οικολογικά περιοχές να μπορεί το Κράτος να «ξεπουλάει» την δημόσια περιουσία σε ιδιώτες κάτι πολύ δύσκολο έως απαγορευμένο με το σημερινό θεσμικό πλαίσιο του «τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Δημοσίου». Δηλαδή σωστή «λαίλαπα».
Η ιδιωτικοποίηση και εκμετάλλευση της δημόσιας γης αποτελεί διακαή πόθο των διαπλεκόμενων επιχειρηματικών συμφερόντων στην κατασκευή και τον τουρισμό. Η βασική επιλογή είναι να συρρικνωθεί ο δημόσιος χώρος στις απολύτως απαραίτητες δασικές εκτάσεις, που θα μπορούν απλώς να αποτελούν το αισθητικά χρήσιμο περιβάλλοντα χώρο ώστε οι παρεχόμενες οικιστικές και τουριστικές δραστηριότητες να «ανεβάζουν» το κόστος παροχής τους. Υπό την έννοια αυτή μια συρρίκνωση της συνταγματικής προστασίας του άρθρου 24 είναι πάγιος στόχος.
Στις θέσεις του ΣΕΒ για την αναθεώρηση του άρθρου 24 τον Δεκέμβριο του 2006, μεταξύ των άλλων τονίζεται: «Η ανάπτυξη όμως, ως κρατικός σκοπός συνταγματικά επιβεβλημένος και προστατευμένος, μόνο με ιδιωτική πρωτοβουλία στο πλαίσιο της οικονομικής ελευθερίας μπορεί να νοηθεί και πραγματωθεί σ’ ένα κράτος που θέλει να είναι δικαιοκρατικό και ανοιχτό. Ανάπτυξη, όμως, χωρίς επέμβαση στο περιβάλλον δεν μπορεί να νοηθεί. Η μοιραία σύγκρουση που δημιουργείται στην πράξη μεταξύ δύο συνταγματικών ισοδυνάμων δικαιωμάτων, του περιβάλλοντος και της ανάπτυξης, επιβάλλεται δικαιοκρατικά και όχι να αίρεται με την επικράτηση της μιας διάταξης έναντι της άλλης (εν προκειμένου του άρθρου 24 εις βάρος του άρθρου 5), αλλά με την εξισορρόπησή τους, που βασίζεται στην αρχή της πρακτικής αρμονίας.
Στο περιβαλλοντολογικό δίκαιο η αρχή της πρακτικής αρμονίας σημαίνει κατάφαση προς την ανάπτυξη, αλλά συγχρόνως κατάφαση το ίδιο φιλική προς το περιβάλλον.
Δυστυχώς, η αναθεώρηση του 2001 μετέτρεψε τη «βιώσιμη ανάπτυξη», η οποία καθιερώνεται διεθνώς και παράλληλα προβλέπεται και από τη «Συνθήκη για τη θέσπιση του Συντάγματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (άρθρο Ι -3) που κυρώθηκε με το ν. 3341/2006, σε «αειφορία». Η «αειφορία», όμως, δίνει ερμηνευτικά προτεραιότητα στην προστασία του περιβάλλοντος, που δεν αφήνει περιθώρια στην ανάπτυξη και στην προσέλευση επενδυτικών κεφαλαίων, διότι τυχόν ακύρωση επενδύσεων συνεπάγεται οικονομική καταστροφή.
Επιβάλλεται λοιπόν η αρχή της «αειφορίας», που ετέθη στο δεύτερο εδάφιο της § 1 του άρθρου 24, να αντικατασταθεί με την αρχή της «βιώσιμης ανάπτυξης», η οποία καλύπτει και τους τρεις αναπτυξιακούς πυλώνες: οικολογικό, κοινωνικό και οικονομικό και αποτελεί έννοια σαφώς ευκολότερα ερμηνεύσιμη από τη διοίκηση και τα δικαστήρια. Περαιτέρω σε ό,τι αφορά τη «χωροταξική αναδιάρθρωση» της χώρας, σύμφωνα με την § 2 του άρθρου 24, αυτή υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα του κράτους.
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει αναθεωρητική παρέμβαση προς δύο κατευθύνσεις:
β) Η ρυθμιστική αυτή υποχρέωση να μην περιορίζεται μόνο στο κράτος. Πρέπει
να διευρυνθεί έτσι ώστε, αφ’ ενός να συμπεριλαμβάνει και τους φορείς της αυτοδιοίκησης και αφ’ ετέρου να μην περιορίζεται μόνο στο αντικείμενο της πολεοδομικής διαρρύθμισης. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός πρέπει να εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης και, επομένως, να εξυπηρετεί την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, όπως διεθνώς έχει καταδειχθεί.
ΙΙΙ. Τι τροποποιείται με την πρόταση της ΝΔ
Ο Πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής στη συνεδρίαση της 11ης Μαΐου 2006 της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας παρουσίασε τις οριστικές προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Ως προς την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη ανάπτυξη αναφέρει:
«’ρθρα 24 και 117. Προτείνεται διορθωτική παρέμβαση, στα δύο αυτά άρθρα, έτσι ώστε να ενισχυθεί αφενός η αποτελεσματική προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων και αφετέρου η βιώσιμη ανάπτυξη. Στόχος είναι η περαιτέρω προστασία εκτάσεων, οι οποίες ήταν δάση ή δασικές κατά το χρόνο που άρχισε η εφαρμογή του Συντάγματος. Οποιαδήποτε μεταβολή στη χρήση των εκτάσεων αυτών, μετά τον Ιούνιο του 1975, για οποιονδήποτε λόγο κι αν έγινε δεν λαμβάνεται υπόψη. Εκτάσεις που ήταν δάση ή δασικές, κατά τον χρόνο εφαρμογής του Συντάγματος, κηρύσσονται και παραμένουν αναδασωτέες. Σχετικός εκτελεστικός νόμος θα προβλέψει αυστηρές κυρώσεις στους παραβάτες.
Όπως ήδη προβλέπεται, οι εκτάσεις αυτές είναι δυνατόν να αλλάξουν προορισμό, εφόσον προέχει για λόγους εθνικής οικονομίας η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη χρήση, την οποία επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον. Κάνοντας την επιβαλλόμενη -και με βάση την αρχή της αναλογίας- διάκριση μεταξύ δασών και δασικών εκτάσεων, προτείνουμε, προκειμένου για δασικές εκτάσεις, τη σύνδεσή τους με το χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό της χώρας. Αυτό, άλλωστε, συνάδει απόλυτα με την αρχή της «βιώσιμης ανάπτυξης», που εισήχθη στο πλαίσιο της αναθεώρησης του 2001. Αρχή, η οποία επιβάλλει τη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος, χωρίς όμως να αποκλείει τη λήψη μέτρων που είναι αναγκαία για την ανάπτυξη. Οι θεμιτές επεμβάσεις στο περιβάλλον δεν μπορεί να είναι τέτοιας έκτασης, που να υποθηκεύουν το μέλλον των επερχόμενων γενεών. Όλες οι περιπτώσεις μεταβολής του προορισμού των εκτάσεων αυτών θα πρέπει να γίνονται στα όρια της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Στόχος είναι η ανταπόκριση στην αρχή της «βιώσιμης ανάπτυξης», που επιβάλλει τόσο τη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος για τις επόμενες γενιές όσο και την αξιοποίηση εκτάσεων, με σκοπό την ενίσχυση της ανάπτυξης προς όφελος των σημερινών και των επόμενων γενεών».
Αρχική Παρατήρηση: Η ταύτιση των θέσεων του ΣΕΒ με την πρωθυπουργική τοποθέτηση για «βιώσιμη ανάπτυξη» αντί «αειφορία». Ο πολιτικός και κοινωνικός διάλογος είναι μεγάλος γύρω από το θέμα. Κατά την γνώμη μου, ακριβώς γι’ αυτό γίνεται αυτή η επιλογή στην αναθεωρητική άποψη. Πιστεύω όμως ότι σε επίπεδο νομικό η διαφορά είναι κυρίως νομοσυντακτική. Όμως όπως τονίζει και ο ΣΕΒ είναι ευκολότερα ερμηνεύσιμη από τον Νομοθέτη. Και προς την κατεύθυνση αυτή στηρίζεται η χρήση του όρου από τον Πρωθυπουργό.
Συμπέρασμα
Ουσιαστικά η προτεινόμενη αναθεώρηση επανέρχεται στις δύο γνωστές «πληγές».
Η πρώτη αφορά την υποτιθέμενη διάκριση μεταξύ δασών και δασικών εκτάσεων, η οποία, κατά τους εφευρέτες και υποστηρικτές της δικαιολογεί την υπαγωγή των τελευταίων σε μειωμένο ή κατ’ουσίαν ανύπαρκτο καθεστώς προστασίας. Δεν υπάρχουν πρώτης και δεύτερης κατηγορίας δασικές εκτάσεις. Αντίθετα και ορθά το άρθρο 24 αναγνωρίζει την μεγάλη σημασία των δασικών εκτάσεων στην οικολογική ισορροπία. Επισημαίνεται ότι οι δασικές εκτάσεις, η λεγομένη μακκία βλάστηση, αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του δασικού πλούτου της χώρας ως εκ του μεσογειακού της χαρακτήρος, έχουν δε επίσημα αναγνωριστεί ως προστατευτέο φυσικό κεφάλαιο απο την Ευρωπαική Ενωση.
Η δεύτερη αποτελεί το πρόβλημα της νομιμοποίησης της παρανομίας με τους καταπατητές και εν συνεχεία με μεθοδεύσεις ιδιοκτήτες δασοτεμαχίων με την απόδοση δυνατότητας για οικοδόμηση ή νομιμοποίησης της αυθαίρετης οικοδόμησης σ’ αυτά. Με εμπρησμούς, κίβδηλες χρησικτησίες και παράνομες υλοτομίες «στήθηκε» όλη αυτή η κατά-σταση. Και καλούμαστε ως έννομη τάξη να νομιμοποιήσουμε το παράνομο. Μόνο στην Ελλάδα της παραιδιοκτησιακής ρεμούλας είναι δυνατό, αφού κανένας πολιτικός δεν έχει το πολιτικό θάρρος να το λύσει.
Αντίθετα η Κυβέρνηση με κακομοιριστικά επιχειρήματα περί πτωχών μικροιδιοκτη-τών κλπ. επιδιώκει να μετατρέψει τη δημοσία κτήση και χρήση, σε ιδιωτικούς παραθερι-στικούς παραδείσους.
Οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί που κόπτονται για την αποκατάσταση της δήθεν νομιμότητας στήθηκαν στην περίοδο κυρίως της Χούντας ως αντίδοτο στην στρατιωτική δικτατορία από τυχοδιώκτες μαυραγορίτες γης, με πλαστούς, κατά το πλείστον, τίτλους κυριότητας, μέσω ανυπάρκτων χρησικτησιών σε δασικές εκτάσεις και σήμερα επιζητούν την νομιμοποίηση της παρανομίας. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι υποχρεωμένη να υποστεί τις συνέπειες μιας τέτοιας διαδικασίας, σε βάρος του κοινωνικού αγαθού της προστασίας του Περιβάλλοντος.
Οι μόνοι φραγμοί γι’ αυτό τίθενται από το Σύνταγμα και την ερμηνευτική νομολογία του ΣτΕ. ήταν οι συνταγματικοί περιορισμοί ως προς τη χρήση τους, οι οποίοι επιχειρείται να αρθούν με την παρούσα αναθεώρηση.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Όταν οι κλιματικές αλλαγές αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο σήμερα για την έμβια (και ανθρώπινη) επιβίωση,
Όταν σήμερα σε διεθνές επίπεδο αλλά και κοινοτικό οι δασικές εκτάσεις περιλαμβά-νονται στα στοιχεία για την ενίσχυση της περιβαλλοντικής ισορροπίας,
Όταν οι εμπρηστές και καταπατητές με την συνταγματική τροποποίηση δικαιώνονται
Όταν οι μεγάλες κατασκευαστικές επιχειρήσεις, που αποτελούν τον πυρήνα της διαπλοκής, επιχαίρουν για την πρόταση αναθεώρησης,
Εμείς οφείλουμε να τονίσουμε και να διεκδικήσουμε
Καμιά τροποποίηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο του άρθρου 24 του Συντάγματος
Ναι στην άμεση σύνταξη του εθνικού κτηματολογίου που ακριβώς λύνει το χωροταξικό αλλά καθυστερεί από τα διαπλεκόμενα συμφέροντα , ώστε με την αναθεώρηση να περιλάβει και τις καταπατημένες δασικές εκτάσεις
Ναι στην άμεση σύνταξη δασολογίου που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι σχεδόν έτοιμο και αποτελεί ασφαλές πρόκριμα και για την προστασία του Περιβάλλοντος αλλά και για την όποια επιχειρηματική δράση και τα όρια της.

Κ.Διάκος: Οικολόγος, Δικηγόρος, Νομικός Περιβάλλοντος

ΕΙΣΗΓΗΣΗ Γ.ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΛΟΓΟΥ (ΗΜΕΡΙΔΑ 28/2/07)

Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
ΤΟΥ ΔΑΣΙΚΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ

Ημερίδα του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος
και της Πανελλήνιας ΄Ενωσης Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων

Αθήνα, 28 Φεβρουαρίου 2007


Γιώργος Παπαδημητρίου
Καθηγητής Πανεπιστημίου

Βασικές θέσεις

Ι. Διαπιστώσεις

1. Το Σύνταγμά μας περιέλαβε το 1975 προωθημένους κανόνες για την προστασία του περιβάλλοντος. Οι σχετικές διατάξεις του αποτελούν το περιβαλλοντικό Σύνταγμά μας και είναι ακόμη και σήμερα πρότυπο στον ευρωπαϊκό χώρο.
2. Στην αναθεώρηση του 2001 επιχειρήθηκε ο εξορθολογισμός του. Υπό συνθήκες που είναι γνωστές, εγκαταλείφθηκαν προτάσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν στην απομείωση της προστασίας και υιοθετήθηκαν διατάξεις που εμπλουτίζουν το περιβαλλοντικό Σύνταγμα και ενισχύουν την προστασία του δασικού πλούτου.
3. Η εμπειρία που γνωρίσαμε τότε είναι αποκαλυπτική και διδακτική. Μας δείχνει ότι κάθε προσπάθεια απομείωσής του είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
4. Η κακή κατάσταση του περιβάλλοντος στη χώρα μας δεν οφείλεται ασφαλώς στο Σύνταγμα. Οφείλεται αφενός στην αδυναμία διαχρονικά των κυβερνήσεων να διαμορφώσουν μία αξιόπιστη περιβαλλοντική πολιτική και της διοίκησης να οργανώσει και να εγγυηθεί την εφαρμογή της.
5. Με αυτά τα δεδομένα, το Συμβούλιο Επικρατείας προσπαθεί, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, να λειτουργήσει αφενός ως εγγυητής της περιβαλλοντικής νομιμότητας και αφετέρου ως ανάχωμα στις αντισυνταγματικές επιλογές του νομοθέτη και τις αντισυνταγματικές αποφάσεις και πρακτικές της διοίκησης.
6. Το χάσμα που διαπιστώνεται μεταξύ του περιβαλλοντικού Συντάγματος και της εφαρμογής του στην πράξη προσλαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις, εντοπίζεται δε σε όλες τις περιοχές της κεντρικής και της αποκεντρωμένης εξουσίας.
7. Αφού προτείνεται η αναθεώρηση του άρθρου 24, ερωτάται σε τι έφταιξε το Σύνταγμα για την κατάσταση που αντιμετωπίζουμε. Συγκεκριμένα, ερωτάται σε τι έφταιξε που δεν προωθήθηκε η χωροταξική οργάνωση και αναδιάρθρωση της χώρας, η πολεοδομική ανασυγκρότησή της, η ανάδειξη των δασών ως εθνικού πλούτου, η εκπόνηση δασικών χαρτών και η κατάρτιση δασολογίου, η προστασία των ευαίσθητων οικοσυστημάτων και η προστασία των μνημείων; Μήπως οι σκοποί αυτοί δεν είναι πρωταρχικό μέλημα κάθε σύγχρονης ευνομούμενης πολιτείας; Και μήπως δεν αντιστοιχούν σε σαφείς και εύλογες επιταγές του Συντάγματος;
8. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά εξηγεί με τρόπο πειστικό ότι σήμερα προβάλλει ως πρόταγμα και διακύβευμα, περισσσότερο παρά ποτέ άλλοτε, όχι η αναθεώρηση του περιβαλλοντικού Συντάγματος, αλλά η διαμόρφωση και η προώθηση μιας σύγχρονης, αξιόπιστης και συνεκτικής πολιτικής για την πραγμάτωσή του.

ΙΙ. Εκτιμήσεις

1. Η Νέα Δημοκρατία περιέλαβε στην πρόταση για την αναθεώρηση του Συντάγματος ως βασικό και κεντρικό σημείο το άρθρο 24. Η τροποποίησή του αποβλέπει εν πρώτοις στη «σύνδεση των δασικών εκτάσεων με το χωροταξικό σχεδιασμό». Επίσης, προτείνεται ως ορόσημο για το χαρακτηρισμό των δασικών εκτάσεων η κατάσταση που επικρατούσε, όταν άρχισε η εφαρμογή του Συντάγματος, δηλαδή τον Ιούνιο του 1975.
2. Στενά συνυφασμένη με τη γενικότερη προστασία του περιβάλλοντος είναι η πρόταση για την καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου και την απότοκη αναδιάρθρωση της δικαιοσύνης. Συνέπεια της αποδοχής της θα ήταν η αποδυνάμωση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως του αρμόδιου Δικαστηρίου για την επίλυση των σημαντικών περιβαλλοντικών διαφορών.
3. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για περιβαλλοντικά ζητήματα συνθέτει έτσι μια ατζέντα που υπερβαίνει κατά πολύ τους ορισμούς του άρθρου 24 και εκτείνεται σε περισσότερους βασικούς θεσμούς της πολιτείας.
4. Στις προτάσεις αυτές αντιτάχθηκαν, και μάλιστα επίμονα, όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά και σημαντικές κοινωνικές και επιστημονικές οργανώσεις. Η υιοθέτησή τους, ενόψει των ευρύτερων επιπτώσεών τους, θα απαιτούσε ευρύτερες συγκλίσεις τόσο στους κόλπους της Βουλής όσο και στο επίπεδο των κομμάτων και της κοινωνίας.
5. Ανάλογες συγκλίσεις, μετά μάλιστα και την αποχώρηση του ΠΑΣΟΚ από την αναθεωρητική διαδικασία, είναι αδύνατες ενόψει της αυξημένης πλειοψηφίας των 3/5 του συνολικού αριθμού των βουλευτών που απαιτεί το Σύνταγμα για την αναθεώρηση των διατάξεών του. Η αντίθεση προς τις προτάσεις θα διευρύνεται και θα ενισχύεται μάλιστα, όσο συνειδητοποιείται το διακύβευμά τους και η αδυναμία διατύπωσης μιας σοβαρής και αξιόπιστης επιχειρηματολογίας. Το προηγούμενο της αναθεώρησης του 2001 είναι αποκαλυπτικό και διδακτικό.
6. Με αυτές τις εκτιμήσεις, οι προτάσεις της Κυβέρνησης δεν είναι δυνατόν να τελεσφορήσουν ούτε σ’ αυτή τη Βουλή ούτε στην επόμενη. Υπό την πίεση και την πειθώ όσων αντιτίθενται στην τροποποίηση του άρθρου 24 και την καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου η Κυβέρνηση θα αναγκαστείνα τις εγκαταλείψει αυτές τις προτάσεις της.

ΙΙΙ. Προτάσεις

1. Μήπως λοιπόν είναι άσκοπο να αναλώσουμε τις δυνάμεις μας για μια υπόθεση που δεν φαίνεται να έχει προοπτική. Ερωτάται, με άλλα λόγια, μήπως θα ήταν πιο χρήσιμο να επεξεργαστούμε και να προωθήσουμε, χωρίς άλλη καθυστέρηση, προτάσεις που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος και του δασικού πλούτου, την ανάπτυξη και την ασφάλεια δικαίου.
2. Την προσοχή μας πρέπει να στρέψουμε σε ζητήματα που έχουν καίρια σημασία. Πρωτεύουσα σημασία λόγω της εμβέλειας και της οριζόντιας επίδρασής τους σε όλες σχεδόν τις περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές πολιτικές έχουν η σύνταξη δασικών χαρτών και δασολογίου. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι περισσότερα από τριάντα χρόνια μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975 εξακολουθούμε να παραμένουμε η μόνη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν διαθέτει τα πολύτιμα αυτά θεσμικά εργαλεία για την προστασία του δασικού πλούτου.
3. Η ματαίωση της αναθεώρησης του άρθρου 24 και της καθιέρωσης Συνταγματικού Δικαστηρίου έχει αμυντικό περιεχόμενο. Αντίθετα, η συντονισμένη προσπάθεια να αποκτήσουμε δασικούς χάρτες και δασολόγιο διακρίνεται για το δημιουργικό της πνεύμα, αφού αποβλέπει τόσο στην πραγμάτωση του περιβαλλοντικού Συντάγματος όσο και στην ανάπτυξη. Επίσης, θα συμβάλλει σημαντικά στον εκσυγχρονισμό των θεσμών, την ασφάλεια δικαίου και τη βελτίωση των πρακτικών της διοίκησης.
4. Είναι καιρός να εγκαταλείψουμε την κανονιστική λογική που δεσπόζει σε όλες τις περιοχές της ζωής μας, δηλαδή την αντιμετώπιση των προβλημάτων μόνο με την παραγωγή νόμων. Στην εποχή μας επιβάλλεται, όσο ποτέ άλλοτε, η υιοθέτηση παράλληλα και της επιχειρησιακής λογικής στις πολιτικές μας, δηλαδή η αντιμετώπιση των προβλημάτων όχι μόνο με κανόνες δικαίου αλλά και με σχέδια, δράσεις και πρακτικές.
5. Διαφορετικά, τα προβλήματα θα συσσωρεύονται, η προστασία του περιβάλλοντος θα περιθωριοποιείται και η ανάπτυξη θα εξακολουθήσει να καρκινοβατεί. Θα συνεχίσουμε δηλαδή το φαύλο κύκλο μιας μετ’ εμποδίων πορείας σε συνθήκες ανασφάλειας και αδιαφάνειας. Θύματά της θα είναι προφανώς τόσο το περιβάλλον όσο και η ανάπτυξη.

 

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΙΧ.ΣΚΑΡΒΕΛΗ (28/2/2007)

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ – ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ:
ΕΞΥΠΗΡΕΤΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 24 & 117;

Μιχάλης Σκαρβέλης
Δρ. Δασολόγος – ΕΘΙΑΓΕ/ΙΜΔΟΤΔΠ


Μέσα σε 5 χρόνια έρχεται για δεύτερη φορά προς ψήφιση η αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος, που αναφέρεται στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, του δασικού πλούτου και την ανάγκη χωροταξικού σχεδιασμού.

Θεωρώ ότι κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη προστασίας των δασών, όπως επίσης δεν αμφισβητεί την ανάγκη ύπαρξης χωροταξικού σχεδιασμού, σαν «εργαλείου» για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, την – κατά το δυνατόν – απρόσκοπτη και επωφελή για το σύνολο άσκηση των όποιων ανθρωπογενών δραστηριοτήτων και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής. Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση όμως είναι να μην χαθεί οριστικά μέσα από λάθος επεμβάσεις κάτι που δεν θα μπορεί να ανακτηθεί, π.χ. το δάσος. Εδώ έρχεται λοιπόν ο χειρισμός, το «εργαλείο», δηλ. ο σχεδιασμός, προκειμένου να υπηρετήσει τον παραπάνω τεθέντα στόχο. Όλες οι άλλες εξισωτικές ή αφαιρετικές επινοήσεις γίνονται εκ του πονηρού.
Και εξηγούμαι: Η αναθεώρηση του ’ρθρου 24 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επίθεσης και κατασπατάλησης των φυσικών πόρων εν ονόματι της εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων, της αύξησης της κερδοφορίας του κεφαλαίου ή κατ’ άλλους της δήθεν «ανάπτυξης», της «ανταγωνιστικότητας», της χωροταξίας, του τουρισμού, της δημιουργίας υποδομών, κλπ.

Αν σταθούμε λίγο διαχρονικά απέναντι στο θέμα, ερμηνεύεται εύκολα η παραπάνω εκτίμηση:
Η μετακίνηση του πληθυσμού μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, η ανάγκη πρώτης ή και δεύτερης κατοικίας, οι ανάγκες σε φθηνή γη για την βιομηχανία, σε συνδυασμό με την (σκόπιμη) ανυπαρξία κάθε στοιχειώδους χωροταξικού σχεδιασμού, έκανε τις δασοκαλυμμένες εκτάσεις να φαίνονται σαν εύκολη λύση για τις δραστηριότητες αυτές. Η επίσης σκόπιμη απουσία Εθνικού (και Δασικού) Κτηματολόγιου, όπου θα ήταν καταγεγραμμένες οι εκτάσεις αυτές και θα φαινόταν τόσο η μορφή τους όσο και το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους, συνέτεινε ώστε να γίνονται βορά από ανθρώπους που κατά βάση είχαν προσβάσεις στην εξουσία, να καταπατηθούν, να αλλάξουν πολλές φορές μορφή με καταστροφή της δασικής βλάστησης και να μεταβιβάζονται με μεγάλη ευκολία – με την ανοχή του κράτους- μετακυλίοντας έτσι το πρόβλημα σε άλλους ιδιοκτήτες, που συνειδητά ή εν αγνοία τους ενεπλάκησαν στο ιδιοκτησιακό πρόβλημα των δασικών εκτάσεων. Είναι άλλωστε κοινή παραδοχή ότι τα επί δεκαετίες έντονα φαινόμενα δασικών πυρκαγιών συνδέονται άμεσα με τα κυκλώματα σφετερισμού και αλλαγής μορφής και χρήσης των δασικών εκτάσεων.

Η διογκούμενη καταστροφή των φυσικών πόρων έγινε έντονα ορατή στη διάρκεια και με την πτώση της επτάχρονης δικτατορίας και αυτό οδήγησε στην αποτύπωση στο Σύνταγμα του 1975 ενός πνεύματος αυστηρής προστασίας, τόσο των υφιστάμενων δασών όσο και των δασών που είχαν καταστραφεί στο παρελθόν (δασικές εκτάσεις), των οποίων επέτασσε την άμεση προστασία και την αναδάσωση εφόσον καταστρέφονταν για οποιοδήποτε λόγο (’ρθρα 24 και 117).
Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι τα δάση στη μεγάλη πλειοψηφία των εκτάσεών τους είναι δημόσια γη, καθώς περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους, όπου θεωρούνταν επίσης δημόσια περιουσία. Η αλλαγή επομένως χαρακτήρα των δασικών εκτάσεων έχει διπλή σημασία και επίπτωση: αφενός στην υποβάθμιση και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και αφετέρου στην απώλεια δημόσιας γης που θα την σφετεριστούν συγκεκριμένα συμφέροντα.

Τα προβλήματα που δημιούργησε το Σύνταγμα του 1975 στις διάφορες μορφές «επιχειρηματικής» δραστηριότητας έγιναν σύντομα αντιληπτά και έτσι η πρώτη σχετικά επιτυχημένη προσπάθεια αποχαρακτηρισμού σημειώθηκε το 1979 με το Ν. 998, δηλαδή μόλις 4 χρόνια μετά την ψήφιση του Συντάγματος, όπου μια κατηγορία δασικών εκτάσεων βαφτίστηκαν «χορτολιβαδικές», ώστε να βγουν από τη Συνταγματική προστασία. Η δεύτερη μαζική απόπειρα αποχαρακτηρισμού δασικών εκτάσεων έγινε το 1987, με κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με το Νόμο «περί βοσκοτόπων», ο οποίος τελικά κρίθηκε αντισυνταγματικός από το ΣτΕ. Παράλληλα, κατ΄ επιταγή του ισχύοντος Συντάγματος, εκδόθηκε μια πλούσια προστατευτική για το φυσικό περιβάλλον νομολογία από το ΣτΕ.
Έτσι για τα αδηφάγα συμφέροντα και τους πολιτικούς οσφυοκάμπτες τους ανέκυψε η ανάγκη να επανέλθει το θέμα όχι πλέον με πλάγιο τρόπο, αλλά δια της ευθείας οδού, την αναθεώρηση δηλαδή του Συντάγματος στο συγκεκριμένο άρθρο καθώς και την αναθεώρησή του στα άρθρα που αφορούν τη λειτουργία του ΣτΕ. Αυτό επιχειρήθηκε το 2001 με την προηγούμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος (’ρθρο 24), κατ’ επιταγή της οποίας ψηφίστηκε ο Ν. 3.208/2003 (Η Ν.Δ. τότε τον καταψήφισε). Το τέχνασμα εδώ ήταν ο ίδιος ο ορισμός του δάσους και η ελάχιστη έκταση που χαρακτηρίζεται ως δάσος. Και αυτού του Νόμου η συνταγματικότητα είναι ήδη υπό έντονη αμφισβήτηση ως προς το συγκεκριμένο άρθρο, οπότε η όλη του φιλοσοφία κινδυνεύει να καταρρεύσει. Γι’ αυτό επανέρχονται τόσο σύντομα για νέα Αναθεώρηση του ’ρθρου 24. Ωστόσο υπάρχει μια σημαντική διαφορά: Την προηγούμενη αναθεώρηση την έκανε κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ με συναίνεση της ΝΔ, που όμως αρνήθηκε στη συνέχεια να ψηφίσει τον σχετικό Νόμο. Σήμερα, που η εφαρμογή του συγκεκριμένου Νόμου κινδυνεύει, είναι η κυβέρνηση της ΝΔ που φέρνει το ’ρθρο 24 πάλι για αναθεώρηση και το ΠΑΣΟΚ θεωρεί το ζήτημα «σημείο ρήξης» και το καταψηφίζει!
’ραγε ποιος κοροϊδεύει ποιόν;
Επίσης από πλευράς ΝΔ, θέτοντας δήθεν ως ορόσημο το Σύνταγμα του 1975, εξαγγέλλεται στην ουσία η αναγνώριση όλων των καταστροφών και καταπατήσεων που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τότε, ενώ μέχρι σήμερα χρησιμοποιούνται ως αδιάψευστοι μάρτυρες τα στοιχεία που προκύπτουν από τις αεροφωτογραφίες του 1945! Δηλαδή όση προστασία παρέχει το ’ρθρο 117 για την προ του 1975 περίοδο όχι μόνο σταματάει αλλά ακυρώνονται και παρελθούσες προστατευτικές ενέργειες που είναι σε εξέλιξη. Με μια τέτοια ρύθμιση ακόμη και παλαιότερες αποφάσεις προστασίας, αναδάσωσης και έργα αποκατάστασης θα σταματήσουν και οι εκτάσεις θα ιδιωτικοποιηθούν, αυθαιρεσίες 30 και πλέον χρόνων θα δικαιωθούν.

Παράλληλα επιχειρείται διάκριση δασών και δασικών εκτάσεων, συνδέοντας τις δεύτερες άμεσα με τη χωροταξία (βλέπε ένταξη σε σχέδια πόλεως, κλπ.). Αυτό έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τα επιστημονικά δεδομένα, γιατί οι δασικές εκτάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά δάση που καταστράφηκαν στο παρελθόν και που – με κατάλληλα μέτρα- μπορούν να ανορθωθούν (οικολογικά -όχι οικοδομικά). Ακόμη και σε επίπεδο Ε.Ε. αλλά και ΟΗΕ εκδίδονται αποφάσεις για την προστασία των δασικών εκτάσεων και των φρυγανοτόπων, εξάροντας την οικολογική σημασία αυτών των εκτάσεων. Οι ντόπιοι θιασώτες όμως των άκρατων ιδιωτικοποιήσεων και άκριτοι λάτρεις του Ευρωμονόδρομου τις αποσιωπούν. Ενώ όλα σχεδόν τα αντιλαϊκά, αντεθνικά μέτρα τα δικαιολογούν ως «υπόδειξη της Ε.Ε.», άρα «αναπόφευκτα», σε περιπτώσεις σαν τη συγκεκριμένη κάνουν πως δεν άκουσαν τίποτα. Και βέβαια είναι πρώτιστα δική μας ευθύνη να προστατεύσουμε το φυσικό μας περιβάλλον και να μην περιμένουμε από την Ε.Ε. να το πράξει, ωστόσο εδώ αποκαλύπτεται η υποκρισία των εγχώριων υμνητών της, ανεξάρτητα από το χρώμα τους! Σκόπιμα αποσιωπούν ότι το περιβάλλον δεν είναι δυνατόν να προστατεύεται μέσα από τους νόμους της αγοράς!

Πρόκειται δηλαδή για μια ολοκληρωμένη επίθεση στο δάση και τις δασικές εκτάσεις, αποκαλυπτική του τρόπου που αντιλαμβάνονται την προστασία τους, όπου δεν θέλουν να έχουν κανένα φραγμό επιστημονικό, νομοθετικό ή διοικητικό στα σχέδιά τους.
Αυτή η ολοκληρωμένη επίθεση φαίνεται άλλωστε και από την παράλληλη σκόπιμη διοικητική υποβάθμιση των υπηρεσιών που επιφορτίζονται το έργο της προστασίας, την έλλειψη υλωρικού προσωπικού, την σταδιακά μειούμενη χρηματοδότηση έργων προστασίας, αναδασώσεων και έρευνας, την μεταφορά και την πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων (Δασική υπηρεσία, Πυροσβεστική υπηρεσία, ΟΤΑ, «Φορείς Διαχείρισης», Κυνηγετικές Ομοσπονδίες, κλπ.)
Φαίνεται επίσης από γεγονότα όπως ότι η υπό κρατική εποπτεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» δεν αναγνωρίζει αιτήσεις δημόσιων υπηρεσιών για καταχώρηση δασικών εκτάσεων στην κυριότητα του Δημοσίου, ανοίγοντας το δρόμο για όποιον ιδιώτη ήθελε να τις διεκδικήσει. Τα αυστηρά προστατευτικά μέτρα που ισχύουν μέχρι σήμερα χαλαρώνουν όταν πρόκειται για ιδιωτικά δάση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις όλες αυτές οι ρυθμίσεις αφορούν εκτάσεις 40 – 50.000.000 στρεμμάτων. Είναι εμφανές ότι με αυτές ωφελημένο θα είναι το κατασκευαστικό, τουριστικό κεφάλαιο, οι μεγαλοϊδιοκτήτες γης ή αυτοί που μπορούν συγκεντρώσουν μεγάλες εκτάσεις.

Ταυτόχρονα οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ επιχειρούν να καπηλευτούν την αγωνία χιλιάδων μικροϊδιοκτητών αυθαιρέτων ή οικοπεδούχων που διεκδικούν (δίκαια ή μη) κάποιες εκτάσεις γης. Αποφεύγουν σκόπιμα κάθε συζήτηση για το πώς οδηγηθήκαμε μέχρι εδώ, με τίνος ευθύνες. Αποφεύγουν να τους πουν αν, πως και από ποιους θα αξιοποιηθούν τελικά οι χώροι που διεκδικούν, ποιος θα πληρώσει για την δημιουργία των ανύπαρκτων υποδομών. Αποσιωπώνται οι προβλέψεις για τις μεσομακροπρόθεσμες επιπτώσεις στο περιβάλλον. Δεν φαίνεται να βγαίνει κανένα συμπέρασμα για το μέλλον. Τίποτε δεν εγγυάται ότι δεν θα ακολουθήσουν νέα κύματα καταπατήσεων και αυθαιρέτων. Είναι βέβαιο ότι θα συμβεί το αντίθετο, αφού η αυθαιρεσία και η ληστεία της δημόσιας περιουσίας επιβραβεύεται.
’κουγα τις προάλλες τον κ. Υπουργό της Οικονομίας να λέει ότι «η φοροδιαφυγή δεν είναι ούτε εξυπνάδα, ούτε μαγκιά»! Θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί του ότι η φοροδιαφυγή, νόμιμη είτε παράνομη, δεν είναι εξυπνάδα ούτε μαγκιά. Όμως ο σφετερισμός, η καταπάτηση δημόσιας γης, είναι πολύ χειρότερος, από τη φοροδιαφυγή, η οποία στο κάτω – κάτω μπορεί κάποτε και να σταματήσει να γίνεται, ενώ η αλλαγή χρήσης της γης και η καταστροφή της βλάστησης συνήθως είναι οριστική! Με ποια λογική, βάσει ποιου Νόμου, ποιας ηθικής, κατακεραυνώνεις τους φοροφυγάδες και δικαιώνεις τους καταπατητές;

Θα ήθελα να καταστήσω σαφές, ότι κανείς δεν λέει ότι δεν υπάρχουν πουθενά προβλήματα με δασικές εκτάσεις ή ότι δεν πρέπει να γίνονται πραγματικά αναπτυξιακά έργα. Αυτό όμως δεν απαιτεί Αναθεώρηση του Συντάγματος. Υπάρχουν τα πορίσματα της επιστήμης και επαρκές νομοθετικό οπλοστάσιο, που θα μπορούσε να απαντήσει στα ζητήματα που ανακύπτουν. Αντίθετα, η σκόπιμη ανυπαρξία ολοκληρωμένου χωροταξικού σχεδιασμού είναι εκείνη που δημιουργεί τα προβλήματα. Αυτό βολεύει τις πελατειακές σχέσεις και κυρίως την ασύδοτη επιχειρηματική ή δήθεν επενδυτική δραστηριότητα, ώστε απροκάλυπτα και ανά 5ετία να οδεύουμε σε αναθεωρήσεις του Συντάγματος.

Εν κατακλείδι θα λέγαμε ότι η τυχαία ή – πιο σωστά – η σκόπιμα «τυχαία» χωροταξία που επιβλήθηκε εκ των πραγμάτων, σε ότι αφορά μεγάλο μέρος των δασών και δασικών εκτάσεων της χώρας με τα γνωστά και ορατά προβλήματα που δημιούργησε, επιχειρείται να νομιμοποιηθεί μέσω της Συνταγματικής οδού. Εκεί έχει καταλήξει να συμπυκνώνεται η φροντίδα μας για την προστασία των δασών και η αναγνώριση της ανάγκης ύπαρξης χωροταξικού σχεδιασμού.

Είναι κατά τη γνώμη μου σαφές ότι αυτή η λογική είναι αδιέξοδη. Δεν έχει καμία σχέση ούτε με τις άμεσες κοινωνικές ανάγκες, πολύ δε περισσότερο με τις μελλοντικές. Αντίθετα ξεπουλάει κάθε τι άμεσα κερδοφόρο, χαρίζει κάθε τι προσοδοφόρο, καταστρέφει το περιβάλλον, υποτιμά τη νοημοσύνη μας, υποθηκεύει την υγεία και τα δικαιώματα των μελλοντικών γενεών.
Εμείς συνένοχοι σε αυτό το έγκλημα δεν γινόμαστε.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Το Διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης συνεδρίασε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη με θέματα ημερήσιας διάταξης που αφορούσαν κυρίως τη διοργάνωση εκδηλώσεων σε συνεργασία με το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο για το μεγάλο θέμα της αναθεώρησης των άρθρων 24 και 117 του Συντάγματος που αφορούν τα δασικά οικοσυστήματα.
Η ΠΕΔΔΥ συμμετείχε αποφασιστικά στις εκδηλώσεις που έγιναν για το θέμα αυτό σε διάφορες πόλεις και συνέβαλε στη δημιουργία σημαντικότατου μετώπου επιστημονικών, συνδικαλιστικών και οικολογικών φορέων, κατά της πρότασης αναθεώρησης. (Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, Πανελλήνιο Δίκτυο Οικολογικών Οργανώσεων, ΚΕΔΚΕ, ΓΕΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΤΕΕ, Π.Ε.Δ.Δ.Υ, ΠΑΣΕΓΕΣ, ΟΤΟΕ, ΟΛΜΕ, ΙΝΚΑ/Γεν.Ομοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος, Δικηγοριοί σύλλογοι Αθήνας και Πειραιώς, Ενωση Ιδιοκτητών Ημερησίων επαρχιακών Εφημερίδων , περισσότερες από 200 οικολογικές οργανώσεις σε όλη τη Χώρα. κλπ)
Επί της αρχής της συνταγματικής αναθεώρησης, θεωρούμε ότι αυτή έχει αποστερηθεί της ευρείας κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης, την οποία εξ’ ορισμού δεν διαθέτει πλέον και, ως εκ τούτου, έχει απωλέσει το συνταγματικό, κοινωνικό και πολιτικό της έρεισμα.
Για τους παραπάνω λόγους, αποφασίστηκε να οργανωθούν δύο εκδηλώσεις σε Αθήνα (28/2/2007) και θεσσαλονίκη (9 και 10 /3/2007)για το θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης.
Ηδη ολοκληρώθηκε η διαδικασία για την οργάνωση των παραπάνω εκδηλώσεων και απεστάλησαν προσκλήσεις και ενημερωτικό υλικό στις Δασικές Υπηρεσίες, τις οργανώσεις και τους κοινωνικούς φορείς.
Η επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου θα γίνει στην Αθήνα στις 27/2/2007 με αφορμή και την εκδήλωση που θα ακολουθήσει την επόμενη ημέρα.

ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΜΕΛΟΥΣ ΤΟΥ Δ.Σ
Παραιτήθηκε απο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενωσης ο συνάδελφος Βασίλης (Μάκης) Αθανασιάδης, λόγω εκλογής του στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.Τη θέση του στο Διοικητικό Συμβούλιο κατέλαβε ο πρώτος αναπληρωματικός Γιώργος Παπαρουσόπουλος. Ευχομαστε και στους δύο συναδέλφους καλή επιτυχία στα νέα τους καθήκοντα.

ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΜΕΛΩΝ
Λόγω του διορισμού νέων συναδέλφων και μετά απο τηλεφωνήματα που δεχόμαστε, σχετικά με τη διαδικασίοα εγγραφης τους στην Ένωση,θέτουμε υπόψη των ενδιαφερομένων συναδέλφων ότι για την εγγραφή μέλους πρέπει να υποβληθεί αίτηση του ενδιαφερόμενου(στην οποία θα αναγράφονται τα προσωπικά του στοιχεία, Ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο,δ/νση κλπ)Την αίτηση θα την απευθύνετε στο Δ.Σ της Ένωσης και θα ζητάτε την εγγραφή σας στη δύναμη των μελών της αναφέροντας και το ΦΕΚ διορισμού και την υπηρεσία που τοποθετηθήκατε.
Επίσης οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να καταθέτουν 3 ευρώ για την εγγραφή και 26,41 ευρώ για την ετήσια συνδρομή τους. Η κατάθεση θα γίνεται στο λογαριασμό που τηρείται στην Εθνική Τράπεζα (αρ.λογαρισμού 108/950075-80)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΚΑΡΗΣ

ΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

ΘΕΜΑ : Ημερίδα για τη συνταγματική αναθεώρηση .

Συναδέλφισσες, συνάδελφοι,

Η Πανελλήνια Ένωση Δασολόγων Δ.Υ και το Γεωτεχνικό Επιμελλητήριο Ελλάδας, με αφορμή την πρόταση αναθεώρησης των άρθρων 24 και 117 του Συντάγματος, διοργανώνουν στην Αθήνα, (Ξενοδοχείο Athens Imperial, πλ.Καραισκάκη) κατά την ημερομηνία 28 Φεβρουαρίου τρέχοντος έτους , ημερίδα με θέμα:
¨ΔΑΣΗ-ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ¨
Στόχος της εκδήλωσης που προγραμματίζουμε είναι, να αναδειχθεί ο ρόλος των δασικών οικοσυστημάτων στο περιβαλλοντικό ισοζύγιο και η αυτούσια σημασία τους ως στοιχείων του χωροταξικού σχεδιασμού και συνεπώς να καταδειχθεί η ανάγκη σταθερότητας των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος. Η προγραμματιζόμενη εκδήλωση αποτελεί συνέχεια αντίστοιχων εκδηλώσεων που έγιναν στην Αθήνα αλλά και σε άλλες πόλεις με την υποστήριξη κοινωνικών, επιστημονικών, συνδικαλιστικών και οικολογικών φορέων, στις οποίες η ΠΕΔΔΥ συμμετείχε με ουσιατικό λόγο και παρουσία και συνετέλεσε στη δημιουργία και την ανάδειξη ευρύτατου μετώπου, κατά της πρότασης αναθεώρησης.
Στόχος μας είναι επίσης να εκφραστεί ο προβληματισμός και η αγωνία μας για την κατάσταση που επικρατεί στον Τομέα μας. Ενα Τομέα ιδιαίτερα ευαίσθητο και κρίσιμο (λόγω του αντικειμένου του), που όμως έχει τεθεί στο περιθώριο απο την Πολιτεία και συχνά γίνεται το επίκεντρο αρνητικού σχολιασμού απο πολίτες και παράγοντες της δημόσιας ζωής.
Προβλήματα όπως είναι η σημερινή διάρθρωση και η αποτελεσματικότητα της δασικής διοίκησης, η χρηματοδότηση του δασικού τομέα, τα προβλήματα θέσπισης σύγχρονης δασικής πολιτικής για την προώθηση της δασοπονίας των πολλαπλών σκοπών ασφαλώς θα αναλυθούν από τους εισηγητές και τους παρεμβαίνοντες.
Οι παραπάνω δασοπολιτικοί στόχοι που θέτει η Ένωσή μας, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο αλλά και οι κοινωνικοί εταίροι, αποτελούν και στόχο κάθε δασολόγου της πράξης και εκφράζουν την αγωνία όλων όσων υπηρετούμε στο Δασικό Τομέα.
Για το λόγο αυτό παρακαλούμε για τη στήριξη της προσπάθειας που καταβάλλουμε και τη συμμετοχή σας, στις εργασίες της ημερίδας.
ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

 

Νικόλαος Μπόκαρης
Tηλ: 6937883012 Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Κων/νος Δημόπουλος

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΤΕΣ ΗΜΕΡΙΔΑΣ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Ημερίδας για τη συνταγματική αναθεώρηση
(’ρθρα 24 και 117 )
Αθήνα , 28 Φεβρουαρίου 2007
Προεδρείο Γεωρ.Τζανιδάκης , Γεωρ.Ντούρος , Γεωρ.Καραγεώργος
09.00 – 09.30 Προσέλευση συνέδρων – εγγραφές
09.30 – 10.00 Έναρξη – χαιρετισμός
κ.Παπαβασιλείου Γεώργιος, Πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ κ.Μπόκαρης Νικόλαος, Πρόεδρος ΠΕΔΔΥ .
10.00 – 10.20 Αίθρα Μαριά , Επίκουρη καθηγήτρια Πολυτεχνείου Κρήτης, Δικηγόρος
10.20 – 10.40 κ.Στάμου Νικόλαος, Καθηγητής του Τμήματος Δασολογίας & Φ.Π του Α.Π.Θ.
10.40 – 11.00 κ. Διάκος Κων/νος, Δικηγόρος, Νομικός Περιβάλλοντος
11.00 – 11.30 Διάλειμμα -Καφέ

Προεδρείο Νικ.Φραγκισκάκης Γεωρ. Βότσης Γεωρ. Καρέτσος
11.30 – 11.50 κ. Γεώργιος Παπαδημητρίου, Kαθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Συνταγματολόγος
11.50 – 12:10 κ. Ευαγγελίδου Μάρω, Χωροτάκτης, Πολεοδόμος
12.10 – 12.30 κ. Σκαρβέλης Μιχάλης, δρ. Δασολόγος, Ερευνητής ΕΘΙΑΓΕ
Συζήτηση – Παρεμβάσεις
Συντονιστές Γεώργιος Βότσης, δημοσιογράφος
Νικόλαος Μπόκαρης, Πρόεδρος ΠΕΔΔΥ
12.30 – 13.10 Παρεμβάσεις πολιτικών προσκεκλημένων
Βουλευτής – Εκπρόσωπος Νέας Δημοκρατίας
κ. Σταύρος Μπένος, Βουλευτής-Εκπρόσωπος ΠΑΣΟΚ
Βουλευτής – Εκπρόσωπος Κ.Κ.Ε
κ. Ασημίνα Ξηροτύρη, Βουλευτής-Εκπρόσωπος ΣΥ.ΡΙΖ.Α
13:10 – 14:30 Παρεμβάσεις συμμετεχόντων
14:30 – 15:00 Συζήτηση – Ολοκλήρωση Εργασιών

Οργανωτική Επιτροπή Ημερίδας

1. Μπόκαρης Νικόλαος , Δασολόγος, Πρόεδρος ΠΕΔΔΥ
2. Τζανιδάκης Γεώργιος , Δασολόγος Ταμίας ΓΕΩΤΕΕ , Μέλος Δ.Σ ΠΕΔΔΥ
3. Φασούλας Φώτης , Δασολόγος Γενικός Γραμματέας ΓΕΩΤΕΕ
4. Φραγκισκάκης Νικήτας, Δασολόγος Ταμίας ΠΕΔΔΥ
5. Μπέσης Κων/νος , Δασολόγος μέλος Δ.Σ ΓΕΩΤΕΕ & ΠΕΔΔΥ
6. Τσακανίκας Χρήστος, Δασολόγος Μέλος Δ.Σ ΠΕΔΔΥ
7. Γιώργος Καρέτσος, Δασολόγος Ερευνητής ΕΘΙΑΓΕ
8. Αναστάσιος Κουρής, Γενικός Γραμματέας Πανελλήνιας Κίνησης Δασολόγων

 

 


ΤΟ ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ
ΚΑΙ
Η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΔΑΣΟΛΟΓΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

σας προσκαλούν να τιμήσετε με την παρουσία σας τις εργασίες της ημερίδας, η οποία διοργανώνεται με αφορμή την πρόταση αναθεώρησης των άρθρων 24 και 117 του Συντάγματος, με τίτλο :

¨ΔΑΣΗ-ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ¨

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2007
(ώρα 09:00 π.μ)
Ξενοδοχείο IMPERIAL, πλατεία Καραϊσκάκη, Αθήνα

EΙΣΗΓΗΣΗ κ.ΚΑΡΑΜΑΝΩΦ

ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΟΣ
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΔΙΚΤΥΟ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ (ΠΑΝΔΟΙΚΟ)
ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΚΕΔΚΕ, ΤΕΕ, ΠΑΣΕΓΕΣ, ΠΕΔΔΥ, ΟΤΟΕ,
ΟΛΜΕ, ΙΝΚΑ/Γεν. Ομοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος, Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά,
Ένωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Επαρχιακών Εφημερίδων


Μεγάλη Συγκέντρωση Φορέων και Πολιτών
Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2007, ώρα 7 μ.μ.
Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας
(αμφιθέατρο ΓΣΕΕ, Πατησίων 69 & Αινιάνος, 4ος όρ.)
θέμα: «Οι Συνταγματικές Αλλαγές κατά του Φυσικού Περιβάλλοντος»

Μαρία Καραμανώφ
Σύμβουλος Επικρατείας
Μέλος Δ.Σ. του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος

Η σχεδιαζόμενη αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος επιχειρείται πέντε (5) μόλις χρόνια μετά την ανάλογη απόπειρα η οποία έλαβε χώρα το 2001 και απέτυχε χάρη στην πρωτοφανή λαϊκή κινητοποίηση για τη διάσωση του δασικού πλούτου της χώρας.
Η εμμονή σε ένα ζήτημα που τόσο πρόσφατα και με τόσο πανηγυρικό τρόπο είχε κλείσει, δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά, πολλώ μάλλον καθ’ όσον και οι δύο νομιμοποιητικοί μύθοι, στους οποίους επιχειρείται να στηριχθεί η αναθεώρηση, έχουν ήδη καταρριφθεί στα πλαίσια του ευρύτατου επιστημονικού, νομικού και κοινωνικού διαλόγου που έλαβε χώρα κατά την αναθεώρηση του 2001.
Υπενθυμίζεται ότι ο πρώτος μύθος αφορά στην υποτιθέμενη διάκριση μεταξύ δασών και δασικών εκτάσεων, η οποία, κατά τους εφευρέτες και υποστηρικτές της, δικαιολογεί την υπαγωγή των τελευταίων σε μειωμένο ή κατ’ ουσίαν ανύπαρκτο καθεστώς προστασίας. Αγνοείται, έτσι, με προκλητικό τρόπο η αρμοδία επιστήμη της δασικής οικολογίας, η οποία, όχι μόνο δεν θεωρεί τις δασικές εκτάσεις ως δευτέρας κατηγορίας ή ήσσονος σημασίας δασικά οικοσυστήματα, αλλ’ αντιθέτως αναγνωρίζει την εξαιρετική τους συμβολή στη διατήρηση της βιοποικιλότητος και της οικολογικής ισορροπίας των κρίσιμων στοιχείων του περιβάλλοντος, δηλ. νερού, εδάφους και αέρος. Επισημαίνεται ότι οι δασικές εκτάσεις, η λεγομένη μακκία βλάστηση, αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του δασικού πλούτου της χώρας ως εκ του μεσογειακού της χαρακτήρος, έχουν δε επίσημα αναγνωριστεί ως προστατευτέο φυσικό κεφάλαιο από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όσο για τον δεύτερο μύθο, δηλ. το υποτιθέμενο κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργείται στους ιδιοκτήτες δασοτεμαχίων εκ της συνταγματικής απαγορεύσεως ανοικοδομήσεως της ιδιοκτησίας τους, δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς πόθεν αυτοί απέκτησαν καλοπίστως τέτοιο δικαίωμα νομίμου προσδοκίας, αφού η οικιστική εκμετάλλευση δασών και δασικών εκτάσεων ανέκαθεν απαγορευόταν από την ελληνική νομοθεσία, τόσο πριν το Σύνταγμα του 1975 όσο και μετά, ενώ, εξ’ άλλου, οι κατατμήσεις δασών από οικοδομικούς συνεταιρισμούς χάριν οικοπεδοποιήσεως έγιναν κατά παγία καταστρατήγηση της νομοθεσίας περί δασοπονίας, ρητινοσυλλογής κ.λπ.
Γιατί λοιπόν επανέρχεται ο αναθεωρητικός νομοθέτης στην αναθεώρηση του άρθρου 24; Οι ενδείξεις είναι ότι τα τελευταία χρόνια τα ελληνικά δάση, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ανήκει, για λόγους εθνικούς και ιστορικούς, στη δημοσία κτήση, έχουν τεθεί στο στόχαστρο των λεγομένων ‘επενδυτών’, αλλοδαπών και ημεδαπών, οι οποίοι προσδοκούν να μετατρέψουν την κοινοκτησία και κοινοχρησία του ελληνικού λαού σε ιδιωτικούς παραθεριστικούς παραδείσους. Στο σημείο αυτό έχουν σύμμαχο και συνέταιρο την ελληνική πολιτεία, η οποία έχει επιδοθεί σε μία άνευ προηγουμένου εκστρατεία «αξιοποιήσεως» του εθνικού μας πλούτου, πουλώντας, παραχωρώντας, μετοχοποιώντας την ελληνική δημόσια γη. Μοναδικό εμπόδιο, όσον αφορά τα δάση, ήταν οι συνταγματικοί περιορισμοί ως προς τη χρήση τους, οι οποίοι επιχειρείται να αρθούν με την παρούσα αναθεώρηση.
Τα νομικά τεχνάσματα που θα χρησιμοποιηθούν, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την κυβερνητική πρόταση, είναι δύο:
Το πρώτο είναι η συνταγματική κατοχύρωση της αδυναμίας αποδείξεως του δασικού χαρακτήρα μιας εκτάσεως για το προ του 1975 χρονικό διάστημα. Πρόκειται για μια πρωτοφανή επέμβαση στο δίκαιο των αποδείξεων και την δικαστική ανεξαρτησία, η οποία επιβραβεύει πράγματι τους προ του 1975 εμπρηστές, καταπατητές και αποψιλωτές για την τόλμη και την υπομονή τους.
Το δεύτερο τέχνασμα είναι η υπαγωγή των δασικών εκτάσεων στον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό. Με τον τρόπο αυτό ανατρέπεται πλήρως η προστασία τους, αφού μέχρι σήμερα τον χωροταξικό σχεδιασμό των δασών και δασικών εκτάσεων, δηλ. τον καθορισμό της επιτρεπομένης εντός αυτών χρήσεως, η οποία δεν είναι άλλη από το να υπάρχουν και να λειτουργούν ως δασικά οικοσυστήματα, τον ορίζει το ίδιο το Σύνταγμα. Αυτό ακριβώς που θέλησε παγίως και για ευνοήτους λόγους το Σύνταγμα να αποφύγει, δηλ. τον καθορισμό των χρήσεων των δασικών εκτάσεων από τον κοινό νομοθέτη ή την Διοίκηση, επιτυγχάνεται ήδη και ανοίγει έτσι ο δρόμος για την οικιστική, τουριστική, εμπορική κ.ο.κ. εκμετάλλευση των δασικών εκτάσεων προς ικανοποίηση όσων είχαν την πρόνοια να επενδύσουν, εγκαίρως και έναντι μηδαμινού τιμήματος, σ’ αυτές.
Οι απώλειες από την αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος για τις επόμενες γενεές των Ελλήνων αναμένεται να είναι σημαντική. Όχι μόνο θα στερηθούν πάνω από 40.000.000 στρέμματα πολυτίμων για την επιβίωσή τους οικοσυστημάτων, αλλά θα χάσουν για πάντα μεγάλο μέρος της δημοσίας γης που τους κληροδότησαν οι πρόγονοί τους, το οποίο θα περάσει οριστικά και για πρώτη φορά στην ιστορία σε ιδιωτικά χέρια.
Είναι, λοιπόν, ανάγκη να αποτραπεί η αναθεώρηση του άρθρου 24. Τυχόν υπερψήφισή της, έστω και με σκοπό την βελτίωσή του, όπως επικαλούνται μερικοί, θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου για παντοειδείς επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον, τη στιγμή ακριβώς που, κατά τις αναμφισβήτητες και ψύχραιμες εκτιμήσεις Ο.Η.Ε., Ευρωπαϊκής Ενώσεως και αρμοδίων επιστημόνων, διανύουμε την ύστατη στιγμή για τη διάσωσή του.

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΓΣΕΕ κ.Παναγόπουλου

ΓΣΕΕ
Το διακύβευμα από την αναθεώρηση
του ’ρθρου 24 του Συντάγματος
15 Ιανουαρίου 2007
Αμφιθέατρο ΓΣΕΕ
Γιάννης Παναγόπουλος
Πρόεδρος ΓΣΕΕ

Για τα συνδικάτα το περιβάλλον σε όλες τις εκφάνσεις του συνιστά κοινωνικό αγαθό που πρέπει να προστατεύεται, καθώς αποτελεί το υπόβαθρο κάθε αναπτυξιακής διαδικασίας και κοινωνικής ευημερίας αλλά και το οικολογικό απόθεμα της χώρας, η διατήρηση του οποίου αποτελεί υποχρέωση της παρούσας γενιάς έναντι των επομένων.

Οι υπέρμαχοι της αναθεώρησης του ’ρθρου 24 του Συντάγματος ισχυρίζονται ότι αυτό έρχεται σε σύγκρουση με την ανάπτυξη του τόπου. Πρόκειται για αυθαίρετη προσέγγιση καθώς η συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος δεν έρχεται σε σύγκρουση με την αναπτυξιακή διαδικασία.

Απεναντίας υπάρχει σημαντικό διακύβευμα από ενδεχόμενη αναθεώρηση του άρθρου 24, καθώς αυτή θα οδηγήσει:

1. Στο διαχωρισμό των δασικών εκτάσεων από τα δάση, γεγονός που σημαίνει έμμεση κατάργηση της προστασίας και του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου στις δασικές εκτάσεις.

Οι εκτάσεις αυτές ανέρχονται σύμφωνα με εκτιμήσεις στα 40-45.000.000 στρέμματα περίπου σύμφωνα με την απογραφή του 1992 και προστατεύονται ως εδάφη δασικού χαρακτήρα, διότι στην πλειονότητά τους είναι θαμνώδη και υποβαθμισμένα δάση.

Πέραν των σοβαρών επιπτώσεων που θα υπάρξουν στο περιβαλλοντικό ισοζύγιο της χώρας από τον αποχαρακτηρισμό όλων των παραπάνω εκτάσεων, μια τέτοια ρύθμιση θα επιφέρει και την απώλεια δημόσιας περιουσίας, αφού ο δασικός χαρακτήρας αυτών των εκτάσεων αποτελεί το βασικότερο εργαλείο για την στοιχειοθέτηση του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου.

2. Στη νομιμοποίηση όλων των αυθαιρεσιών και καταπατήσεων σε βάρος των δασών μέχρι το 1975, αφού η οριοθέτηση των δασών και των δασικών εκτάσεων θα γίνει με βάση την κατάσταση (σύμφωνα με αεροφωτογραφίες) του 1975. Τίθεται ως χρονικό όριο το 1975, ότι δηλαδή ήταν δάσος το 1975 εμπίπτει στην προστασία του δάσους και των δασικών εκτάσεων, ενώ ό,τι ήταν πριν εκφεύγει της προστασίας.

Αυτό μπορεί να έχει και κάποια λογική, με την έννοια ότι είναι δύσκολο να ανατραπούν διαμορφωμένες καταστάσεις. Υπάρχουν καταστάσεις που δημιουργήθηκαν προ του 1975, αλλά δημιουργήθηκαν νομίμως, διότι μια δασική περιοχή εντάχθηκε στο Σχέδιο πόλεως και πράγματι, είναι λογικό, τώρα δεν μπορείς να εξετάσεις το σχέδιο πόλεως του 1972, που κακώς είχε εντάξει μια δασική περιοχή.

Αυτό όμως μπορεί να αντιμετωπισθεί με νόμο που θα μπορούσε να περάσει η Βουλή. Η δια του Συντάγματος όμως συλλήβδην νομιμοποίηση των αυθαιρεσιών προ του 1975 μειώνει το κύρος και αυτού του Συνταγματικού Χάρτη της χώρας.

3. Αίρεται η διαδικασία της αναδάσωσης δημοσίων και ιδιωτικών εκτάσεων που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες σύμφωνα με το άρθρο 117 του Συντάγματος.

Επισημαίνουμε ότι το άρθρο 24 ως έχει σήμερα, δεν αποτελεί εμπόδιο για τον Χωροταξικό Σχεδιασμό, καθώς επιτρέπει και στις δημόσιες και τις ιδιωτικές εκτάσεις να αλλάζουν προορισμό, εάν το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει κάποια άλλη χρήση, που μπορεί να είναι αγροτική και κάποια άλλη χρήση δημοσίου συμφέροντος. Διεξόδους δηλαδή δίδει και το σημερινό Σύνταγμα.

Απεναντίας, πρόβλημα και εμπόδιο γαι την βιώσιμη ανάπτυξη στη χώρα μας αποτελεί η χρόνια έλλεψη βασικών εργαλείων για την άσκηση περιβαλλοντιής πολιτικής, όπως η έλλειψη Χωροταξικού Σχεδιασμού σε συνδυασμό με τις καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση του Κτηματολογίου και την ανυπαρξία Δασολογίου, η δημιουργία των οποίων αποτελεί συνταγματική επιταγή (’ρθρο 24) και αντιχτοίχως αρμοδιότητα και υποχρέωση του κράτους.

Στη βάση των πιο πάνω ζητούμε:
 Να μην αναθεωρηθεί το ‘Αρθρο 24 του Συντάγματος.
 Την ολοκλήρωση του Χωροταξικού Σχεδιασμού, του Κτηματολογίου και του Δασολογίου.
 Την βελτίωση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας με παράλληλη διαμόρφωση των αναγκαίων προς τον σκοπό αυτό προϋποθέσεων.